Έτρεμε το χέρι του σαν τη φωτιά στο αντάμωμα του αέρα κι ένιωθε ότι έπρεπε να κάνει προσπάθεια για να το κρατήσει λίγο σταθερό και να μην πετάξει κάτω το τηλέφωνο και το κάνει χίλια κομμάτια μαζί με την επίσης τρεμάμενη καρδιά του. Αλλά ήταν μόνος, ολομόναχος, αυτός και τα χτυποκάρδια του. Με μια δικαιολογία είχε στείλει τη γυναίκα του στη θεία του, για να του φέρει τάχατες εκείνο το χαμόμηλο που φτιάχνει το στομάχι και να κάνει και παρέα στη γριά γυναίκα, που είχε απομείνει έρημη εκεί στην άκρη του χωριού. Ήθελε να μην υπάρχει ούτε σκιά δίπλα του σ’ αυτό το τηλεφώνημα που θα έκανε, αλλά η αναστάτωση που είχε του έκοβε την ανάσα, νιώθοντας να κυλά ιδρώτας στη ραχοκοκαλιά του και να ανακατεύονται όλα μέσα του. Είχε κάνει χιλιάδες τηλεφωνήματα στη ζωή του, αλλά αυτή τη φορά ένιωθε ότι αδυνατούσε να πατήσει έστω κι ένα κουμπί. Πώς θα έφτανε τα δέκα;
Σφύριζε έξω ο επαναστάτης αέρας εκεί στο Αηδονοχώρι, την παλιά Οστανίτσα, κι ήταν σαν να έβριζε όσα παραθύρια είχαν μείνει ανοιχτά, προσβλητικά απέναντι στην ισχύ και στο διάβα του. Σηκώθηκε από τον καναπέ και πήγε ως το παράθυρο με ένα παράξενο συναίσθημα, θαρρείς και κάποιος θα μπορούσε να τον παρακολουθεί. Ούτε εκείνος ο ατίθασος γάτος που τριγυρνούσε στο σπίτι δε θα έμπαινε στον κόπο, ακόμα κι αν έβλεπε ένα πιάτο γεμάτο ψαροκόκαλα. Προτιμούσε να λουφάξει παρά να τον τσακίσει ο αέρας κι η δυνατή βροχή που ξεκίνησε, κι έτσι είχε βρει καταφύγιο κάτω από το πλαϊνό υπόστεγο δίπλα στα στοιβαγμένα παλιά όπλα του ιδιοκτήτη. Ο άντρας άνοιξε την κουρτίνα για να ρίξει μια ματιά έξω. Όχι ότι θα έβλεπε κάτι. Το έκανε για να καταλαγιάσει κάπως η νευρικότητά του, για να λυθεί ή έστω να χαλαρώσει εκείνος ο σφιχτός κόμπος στο στομάχι.