Πάντα ήθελα να γράφω σαν να μην υπήρχα πια τη στιγμή της έκδοσης του βιβλίου. Να γράφω σαν να επρόκειτο να πεθάνω – κανένας κριτής. Ακόμα κι αν είναι ψευδαίσθηση το να πιστεύεις πως η αλήθεια επέρχεται μόνο με τον θάνατο. Η πρώτη κίνηση που έκανα ξυπνώντας ήταν ν’ αρπάζω το ορθωμένο απ’ τον ύπνο πέος του και να μένω έτσι, σαν γραπωμένη από ένα κλαδί. Σκεφτόμουν «όσο το κρατάω, δεν είμαι χαμένη στον κόσμο». Σήμερα, όταν αναλογίζομαι τη σημασία της φράσης, μου φαίνεται πως εννοούσα ότι μόνο αυτό λαχταρούσα, τίποτε άλλο: να έχω το χέρι μου τυλιγμένο γύρω από το πέος του συγκεκριμένου άντρα. Τώρα, εκείνος βρίσκεται στο κρεβάτι μιας άλλης γυναίκας. Μπορεί κι αυτή να κάνει την ίδια κίνηση, να απλώνει το χέρι και να του αρπάζει το πέος. Για μήνες, έβλεπα το χέρι της και νόμιζα πως ήταν το δικό μου.
Κι ωστόσο ήμουν εγώ εκείνη που εγκατέλειψε τον Β., πριν από λίγους μήνες, μετά από σχέση έξι χρόνων. Από πλήξη αλλά και αδυναμία να θυσιάσω την ελευθερία μου –την οποία είχα ανακτήσει μετά από δεκαοχτώ χρόνια γάμου– για μια κοινή ζωή που εκείνος επιθυμούσε διακαώς εξαρχής. Συνεχίσαμε να μιλάμε στο τηλέφωνο, βλεπόμασταν πότε πότε. Ένα βράδυ μου τηλεφώνησε, μου είπε ότι άφηνε την γκαρσονιέρα του, θα πήγαινε να ζήσει με μια γυναίκα. Στο εξής θα υπήρχαν κανόνες στα τηλεφωνήματά μας, μόνο στο κινητό, στις συναντήσεις μας, ποτέ βράδυ, ποτέ Σαββατοκύριακα. Στο αίσθημα κατάρρευσης που με κατέκλυσε διέκρινα πως κάτι άλλο αναδυόταν. Από τούτη τη στιγμή, η ύπαρξη της άλλης γυναίκας κυρίεψε τη δική μου. Όλες μου οι σκέψεις περνούσαν πια μέσα από αυτήν.