Ζύγωναν μεσάνυχτα και ο πρωθυπουργός, μόνος στο γραφείο του, διάβαζε ένα μακροσκελές υπόμνημα, που ωστόσο ξεγλιστρούσε από το μυαλό του χωρίς να του εντυπώνεται το παραμικρό. Περίμενε τηλεφώνημα από τον πρόεδρο μιας μακρινής χώρας κι έτσι, καθώς από τη μια αναρωτιόταν πότε θα τηλεφωνήσει αυτός ο ευλογημένος και από την άλλη προσπαθούσε να διώξει τις δυσάρεστες αναμνήσεις μιας ατελείωτης, κοπιαστικής και δύσκολης εβδομάδας, δεν υπήρχε χώρος για οτιδήποτε άλλο στο κεφάλι του. Όσο πάσχιζε να συγκεντρωθεί στο κείμενο τόσο πιο καθαρά διαγραφόταν μπροστά του το αυτάρεσκο πρόσωπο ενός από τους πολιτικούς του αντιπάλους. Ο συγκεκριμένος είχε εμφανιστεί στις ειδήσεις εκείνη τη μέρα, όχι μόνο για να απαριθμήσει όλα τα τρομερά και φοβερά που είχαν συμβεί την τελευταία εβδομάδα —λες και χρειαζόταν κανείς υπενθύμιση— αλλά και για να εξηγήσει γιατί ήταν όλα αποτελέσματα κυβερνητικών λαθών και παραλείψεων.
Στη σκέψη και μόνο αυτών των καταγγελιών, του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, αφού δεν ήταν ούτε σωστές ούτε δίκαιες. Πώς ήταν δυνατόν, αναρωτήθηκε, να αποτρέψει η κυβέρνηση την κατάρρευση της γέφυρας; Ήταν εξοργιστικό να διαχέονται...
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!