Το νεαρό κορίτσι βάδιζε με κόπο, αγκομαχώντας στο χιονισμένο προαύλιο του νοσοκομείου της πόλης των Σερρών της Μακεδονίας. Ήταν ολομόναχη, και καθώς το κρύο ήταν τσουχτερό, την είχε σχεδόν παραλύσει. Η νύχτα, μια παγωμένη αγκαλιά, είχε αρχίσει να τη σφίγγει όλο και περισσότερο. Όμως εκείνη άντεχε. Έπρεπε να αντέξει. Κι αν αυτό δεν το χρωστούσε στον εαυτό της, το χρωστούσε σε κάποιον άλλο… Διαφορετικά θα τα είχε παρατήσει εδώ και ώρα.
Τράβηξε το δεξί της χέρι πάνω απ’ την τεράστια κοιλιά της και το έσυρε προς τα κάτω, μέχρι που τα παγωμένα της δάχτυλα γαντζώθηκαν με το αριστερό, σε μια προσπάθεια να συγκρατήσει το μωρό που ερχόταν. Απ’ τα πόδια της έτρεχε αίμα που έσταζε και λέκιαζε το χιονόλευκο έδαφος, αφήνοντας ίχνη από ένα κόκκινο ρυάκι μαζί με τα χνάρια της.
Κοντοστάθηκε στη μέση της αυλής και κοίταξε τον γκρίζο όγκο του κτιρίου. Είχε σχεδόν φτάσει. Τα είχε καταφέρει. Πενήντα βήματα ακόμα και θα ήταν μέσα. Σκούπισε τα δάκρυα που έτρεχαν ασταμάτητα στο κερωμένο κι όμως τόσο φρέσκο πρόσωπό της. Ήταν δεν ήταν δεκάξι χρόνων. Μια γκριμάτσα πόνου χάραξε μια ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια της, όμως δεν έβγαλε άχνα. Δάγκωσε τα μελανιασμένα χείλη της μέχρι που μάτωσαν και έσυρε τα βήματά της, ενώ οι κόκκινοι λεκέδες πίσω της μεγάλωναν και πυκνώναν.
Πέντε λεπτά αργότερα άνοιξε την κεντρική πόρτα του κτιρίου και μπήκε μέσα. Πριν πει κουβέντα, σωριάστηκε ανάσκελα στο τσιμεντένιο πάτωμα μπροστά στα έκπληκτα μάτια μιας αδελφής νοσοκόμας που περνούσε εκείνη τη στιγμή. Η νοσοκόμα είδε πρώτα το πεσμένο κορμί, μετά την τεράστια κοιλιά κι ύστερα το αίμα που έτρεχε ανάμεσα απ’ τα ανοιχτά πόδια και είχε σχηματίσει ήδη μια μικρή κόκκινη λιμνούλα.
Έβγαλε μια δυνατή κραυγή που ακούστηκε μέχρι τα δωμάτια των ασθενών του πρώτου ορόφου.