«Όχι, δεν ήταν πάντα έτσι. Τότε δεν ήταν έτσι… ούτε τόσο καινούργια τα σπίτια ούτε τόσο καθαροί οι δρόμοι. Όμως…» με διόρθωσε κι έπειτα στέναξε με νοσταλγία. «Όμως μαζί με τα σκουπίδια χάθηκε και η ανθρωπιά απ’ τα σοκάκια μας. Τώρα πια μόνο ξένους βλέπεις εδώ. Κι οι δικοί μας; Πιο ξένοι απ’ τους ξένους…»
Παρ’ όλα τα ογδόντα τόσα χρόνια της, σαν ανοιξιάτικη αηδόνα τερέτιζε ακατάπαυστα. Όλες εκείνες τις ώρες δεν είχα απέναντί μου έναν άνθρωπο στο λυκόφως της ζωής του, αλλά ένα ερωτευμένο κορίτσι. Μια γυναίκα που έζησε μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής της τον έρωτα και την ιστορία, το πάθος και την περιφρόνηση, την αγάπη και τη χολή. «Η Πόλη έτσι ήταν, ακόμη και πριν απ’ το διωγμό των ρωμιών… είχε κι εμάς, είχε κι εσάς… Δυσκολευόταν λίγο, αλλά μας χώρουσε όλους μια χαρά. Άλλους πάνω, άλλους κάτω. Κι εγώ ανεβοκατέβαινα συνέχεια. Μια στον Παράδεισο και μια στην κόλαση. Μέχρι που έμεινα εκεί για πάντα…»
«Πού;» τη ρώτησα σχεδόν αυτόματα. «Στον Παράδεισο ή στην κόλαση;» Με κοίταξε αινιγματικά. Δεν ήταν που δεν ήθελε να το εκμυστηρευτεί. Στον εαυτό της φοβόταν να το ψιθυρίσει. Δε μίλησε, έριξε το βλέμμα της έξω από το παράθυρο. Ο ήλιος έδυε κι εκείνη χάιδευε με τη ματιά της το γκριζοπράσινο περίγραμμα των λόφων του μπεϊλέρμπεη στην απέναντι όχθη, την ασιατική. Έμεινε για ώρα έτσι ακίνητη. «Ξέρεις…» μου είπε χαμογελαστά, όταν στέγνωσαν πια τα μάτια της και φόβο να τη λυπηθώ δεν είχε. «Η πρεσβυωπία δεν είναι αρρώστια για τον οφθαλμίατρο. Κυρίως είναι αρρώστια για τον ψυχίατρο…» «Γιατί το λέτε;» ρώτησα πραγματικά απορημένος. «Γιατί όσο ο χρόνος κυλάει, το βλέμμα της ματιάς ξεθωριάζει και της ψυχής καθαρίζει…» εξήγησε. «Κι αυτό, ώρες ώρες, είναι αβάσταχτο…»