Ένα μάθημα ζωής, σκέφτηκε – και το μακάβριο γέλιο του ήταν εντελώς βουβό. Ένα μάθημα θανάτου, σκέφτηκε – και αντί για γέλιο βγήκε άλλη μια βουβή κραυγή. Με το ξέσπασμα του επόμενου πόνου αντιλήφθηκε, με κρυστάλλινη διαύγεια, πως είχε γελάσει για τελευταία φορά. O πόνος παγιώθηκε. Με αυτό το οποίο ακόμη διέκρινε ως μείγμα ικανοποίησης και τρόμου, ένιωσε ότι η ένταση είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της, και κατάλαβε τι θα ακολουθούσε. O κατήφορος. Η καμπύλη του πόνου δεν ανέβαινε άλλο, είχε αρχίσει να εξομαλύνεται, και πέρα από αυτόν διέκρινε την απότομη κατηφοριά η οποία, με την ακατανίκητη κλίση της, κατέληγε στο απόλυτο τίποτα. Ή –αν πάσχιζε πολύ και κατάφερνε να αποδιώξει αυτή τη σκέψη– στον Θεό. Oι πόροι του σώματός του έχασκαν, μικρά ορθάνοιχτα στόματα που ξερνούσαν ουρλιάζοντας το τεράστιο Γιατί, το οποίο ο ίδιος δεν μπορούσε να εκφέρει επ’ ουδενί τρόπω. Οι εικόνες άρχισαν να βγαίνουν στο φως· ήξερε ότι θα έβγαιναν. Είχαν ήδη εμφανιστεί καθώς ο πόνος έφτανε σε επίπεδα που ξεπερνούσαν ακόμα και την πιο ακραία φαντασία του. Έμεινε έκπληκτος από τις δυνατότητες που έκρυβε μέσα του όλα αυτά τα χρόνια.
O άνθρωπος κουβαλάει απίστευτες δυνατότητες ενέργειας μέσα του. Καθώς όλο του το είναι εκρήγνυται σε κύματα πόνου, οι αισθήσεις μοιάζουν να μετατοπίζονται από τα δάχτυλα, τα γεννητικά όργανα και τον λαιμό σε κάποιο άλλο μέρος εκτός του σώματός του. Η φρικτή οδύνη, κατά κάποιον τρόπο, έγινε γενική, ανυψώθηκε πάνω από το σώμα και εισέβαλε στην –αναγκάστηκε να σκάψει βαθιά μέσα του για τη λέξη– ψυχή του, ενώ όλη την ώρα εκείνος προσπαθούσε να κρατάει τη σκέψη του καθαρή. Αλλά τότε εμφανίστηκαν οι εικόνες. Αρχικά είχε παλέψει να κρατήσει την επαφή με τον έξω κόσμο, και ο έξω κόσμος δεν ήταν άλλο από γιγάντια αεροσκάφη που περνούσαν με ταχύτητα έξω από τη μικρή χαραμάδα του παραθύρου. Πού και πού περνούσε φευγαλέα από μπροστά του η σιωπηλή σιλουέτα του δήμιου με τα φονικά εργαλεία της. Τελικά, τα βρυχώμενα αεροπλάνα ανακατεύτηκαν με τις εικόνες, και άρχισαν κι αυτά να μετατρέπονται σε άγρια φαντάσματα της αβύσσου.