ΜΙΑ ΦΟΡΆ ΚΙ ΈΝΑΝ ΚΑΙΡΌ ήταν ένας καλοκάγαθος γερο-μάγος, που χρησιμοποιούσε γενναιόδωρα και σοφά τα μάγια του για να βοηθάει τους γείτονές του. Αντί να φανερώνει την αληθινή πηγή της δύναμής του, προσποιούνταν ότι τα φίλτρα, τα ξόρκια και τα αντίδοτά του ξεπρόβαλλαν από μόνα τους μέσα σ’ ένα μικρό τσουκάλι, που αποκαλούσε «τυχερή χύτρα». Άνθρωποι από πολύ μακριά κατέφθαναν σ’ αυτόν για τα προβλήματά τους κι ο μάγος ανακάτευε μετά χαράς το τσουκάλι του και τα τακτοποιούσε όλα.
Αυτός ο αξιαγάπητος μάγος έζησε ως τα βαθιά γεράματά του και ύστερα πέθανε, αφήνοντας στον μοναχογιό του όλα τα υπάρχοντά του. Ο γιος όμως είχε τελείως διαφορετικό χαρακτήρα από τον ευγενικό πατέρα του. Κατά τη γνώμη του, όποιος δεν ήξερε από μάγια ήταν άχρηστος, και συχνά διαφωνούσε με τη συνήθεια του πατέρα του να προσφέρει μαγική βοήθεια στους γείτονές τους.
Όταν ο πατέρας πέθανε, ο γιος ανακάλυψε κρυμμένο μέσα στην παλιά χύτρα ένα δεματάκι με το όνομά του. Το άνοιξε με την ελπίδα πως ήταν χρυσάφι, αλλά αντί γι’ αυτό βρήκε μια μαλακή χοντρή παντόφλα, πολύ μικρή για το πόδι του και χωρίς το ταίρι της. Σ’ ένα κομμάτι περγαμηνής μέσα στην παντόφλα αναγράφονταν τα λόγια: Εύχομαι από καρδιάς, γιε μου, να μην τη χρειαστείς ποτέ.
Ο γιος βλαστήμησε το ξεμωραμένο από τα γεράματα μυαλό του πατέρα του κι έριξε την παντόφλα μέσα στο τσουκάλι, σκοπεύοντας να το χρησιμοποιήσει από δω και πέρα για σκουπιδοτενεκέ.