Επιστημονικά Βιβλία

Βυζαντινός πολιτισμός

Συγγραφέας: Steven Runciman

Το κλασικό έργο Βυζαντινός Πολιτισµός (1933) του Steven Runciman, ενός από τους σηµαντικότερους βυζαντινολόγους του 20ού αιώνα, είναι ένα πλήρες αν και συνοπτικό πανόραµα της Βυζαντινής Ιστορίας, από...

Το κλασικό έργο Βυζαντινός Πολιτισµός (1933) του Steven Runciman, ενός από τους σηµαντικότερους βυζαντινολόγους του 20ού αιώνα, είναι ένα πλήρες αν και συνοπτικό πανόραµα της Βυζαντινής Ιστορίας, από την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης τον 4ο αιώνα έως την άλωσή της από τους Οθωµανούς το 1453.

Επί αιώνες οι ιστορικοί της ύσης αντιµετώπιζαν τον βυζαντινό...

Δες όλη την περιγραφή Δες όλη την περιγραφή
16 90
17 Coins 17 Coins
Παράδοση έως Τετ, 01 Ιουλ
Δωρεάν σε Skroutz Point
ή   3,00 €   μεταφορικά
Το θέλεις Αύριο;
Από SilverProducts 4,7 (20)
Περιστέρι, Αττικής
12 τεμάχια
Δες Βιβλία στη σελίδα του SilverProducts
Κι αν αλλάξω γνώμη;

Κανένα πρόβλημα, αρκεί να είναι εντός 14 ημερών. Ερχόμαστε εμείς για την παραλαβή ή μπορείς να επιλέξεις το Skroutz Point που σου βολεύει, εντελώς δωρεάν έως 2 φορές τον χρόνο, και σου επιστρέφουμε τα χρήματά σου. Απόκτησε Skroutz Plus για απεριόριστες δωρεάν επιστροφές.

Θες να το κάνεις δώρο;

Επιλέγεις "Παραγγελία για δώρο" στο καλάθι. Δεν βάζουμε απόδειξη στο πακέτο και παρέχουμε ηλεκτρονική κάρτα αλλαγής, για κάθε ενδεχόμενο.

Περιγραφή

Περιγραφή

Το κλασικό έργο Βυζαντινός Πολιτισµός (1933) του Steven Runciman, ενός από τους σηµαντικότερους βυζαντινολόγους του 20ού αιώνα, είναι ένα πλήρες αν και συνοπτικό πανόραµα της Βυζαντινής Ιστορίας, από την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης τον 4ο αιώνα έως την άλωσή της από τους Οθωµανούς το 1453.

Επί αιώνες οι ιστορικοί της ∆ύσης αντιµετώπιζαν τον βυζαντινό πολιτισµό ως κατώτερο από τον αρχαίο ελληνικό και τον ρωµαϊκό, αλλά και από µεταγενέστερους πολιτισµούς της δυτικής Ευρώπης. Ο Steven Runciman ήταν από τους πρώτους που αµφισβήτησαν αυτή την άποψη, αναδεικνύοντας όχι µόνον τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αλλά και τα επιτεύγµάτά της σε ποικίλα πεδία.

Στο βιβλίο αυτό, µε διεισδυτικότητα και µε κριτικό πνεύµα, ο συγγραφέας προσεγγίζει θέµατα όπως η κρατική δοµή και η διοίκηση στο Βυζάντιο, ο ρόλος της θρησκείας και της Εκκλησίας, ο στρατός και η διπλωµατία, η οικονοµική και κοινωνική ζωή, η εκπαίδευση, η λογοτεχνία και οι καλές τέχνες, οι σχέσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας µε άλλους λαούς αλλά και µε το Ισλάµ και τη ∆ύση.

«Σκοπός αυτού του βιβλίου είναι να δώσει µια γενική εικόνα του πολιτισµού της Ρωµαϊκής Αυτοκρατορίας κατά την περίο¬δο που πρωτεύουσά της ήταν η Κωνσταντινούπολη. Με άλλα λόγια, του ανατολίζοντος εκείνου ελληνορωµαϊκού πολιτισµού που είναι πιο γνωστός ως βυζαντινός. Πρόκειται για µια εξαιρετικά παρατεταµένη περίοδο, περίπου έντεκα αιώνες, κατά τη διάρκεια της οποίας υπήρξαν πολλές αλλαγές και πολλοί µετασχηµατισµοί. Προσπάθησα, ωστόσο, να επικεντρωθώ στα στοιχεία εκείνα που χαρακτήρισαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία καθ’ όλη τη µακρά διάρκειά της». Από τον πρόλογο του συγγραφέα.

∆εν είναι περίεργο που οι περισσότεροι σοβαροί ιστορικοί πλέον αποφασίζουν να επικεντρωθούν σε σχετικά σύντοµες περιόδους και ίσως και σε περιορισµένες γεωγραφικές περιοχές. Είναι όµως σωστό αυτό για την ιστορία; Κάθε ιστορική περίοδος εξαρτάται απ’ αυτά που συνέβησαν πριν απ’ αυτήν και η σηµασία της εξαρτάται από τα γεγονότα που έπονται. Η ιστορία δεν είναι µια σειρά από λιµνούλες µε στάσιµα νερά. Είναι ποταµός που κυλά.

Διάβασε ένα απόσπασμα

Δεν είναι απορίας άξιον ότι τελικά ο Χριστιανισμός θα ήταν η θρησκεία που θα θριάμβευε. Το μήνυμά του είχε πιο πλατιά απήχηση απ’ ό,τι οποιοδήποτε άλλο μήνυμα. Ο Ανατολίτης μπορεί να δείχνει υπομονετικός, αλλά στην πραγματικότητα είναι ανυπόμονος. Κάθε άλλο παρά ανεκτικός στον πόνο και στη θλίψη, τείνει να επιδιώκει επικοινωνία με υπέρτερα όντα, ως τρόπο για να ξεφύγει από τη σφαίρα των επίγειων δοκιμασιών. Από την άλλη, ο κάτοικος της Δύσης έχει την τάση να αντιδρά σε ό,τι τον κατατρώει και τον καταπιέζει· παρηγορείται με την ελπίδα και την πεποίθηση ότι τα πράγματα δεν θα είναι πάντα έτσι. Ο Έλληνας της ελληνιστικής περιόδου βρισκόταν κάπου στη μέση. Πίσω από τη λατρεία του για τη φύση κρύβονταν στοιχεία μυστικισμού, ενώ ένα άλλο χαρακτηριστικό του ήταν η έμφυτη αγάπη προς τα σύμβολα.

Κατασκευαστής

Δες όλη την περιγραφή

Χαρακτηριστικά

Χαρακτηριστικά

Οδηγοί Προϊόντος

Απόσπασμα Βιβλίου

Συγγραφέας
Steven Runciman
Εκδότης
Μεταίχμιο
Είδος
Γεωγραφία, Πολιτισμός
Γλώσσα
Ελληνικά
Εξώφυλλο
Μαλακό
Αριθμός σελίδων
432
Ημερομηνία Κυκλοφορίας
5/2017
Έτος έκδοσης
2017
Διαστάσεις
21x14 cm
ISBN-13
9786180309607

Σημαντική πληροφορία

Τα δεδομένα αυτά συλλέγονται από τις επίσημες σελίδες των προϊόντων. Επιβεβαίωσε τα στοιχεία πριν προχωρήσεις στην τελική αγορά. Εάν παρατηρήσεις κάποιο πρόβλημα μπορείς να το αναφέρεις εδώ.

Δες όλα τα χαρακτηριστικά

Αξιολογήσεις (2)

Αξιολογήσεις

  1. 2
  2. 4 αστέρια
    0
  3. 3 αστέρια
    0
  4. 2 αστέρια
    0
  5. 1 αστέρι
    0
Αξιολόγησε το προϊόν
  • Giorgos_Sardelis.
    5
    2 στους 2 χρήστες τη βρήκαν χρήσιμη
    Έμπειρος χρήστης

    Επιβεβαιωμένη αγορά

    Τι μπορεί να προσφέρει ένα βιβλίο του μεσοπολέμου (1933) ενός Σκωτσέζου εκκεντρικού ιστορικού στον Έλληνα μέσο αναγνώστη, ο οποίος θα το διαβάσει το 2025 και θα αφορά σε ένα κομμάτι της ιστορίας του τόπου που ζει; Αυτό είναι ένα πολύ εύλογο ερώτημα. Η απάντηση είναι αφοπλιστική: ο Στήβεν Ράνσιμαν με το “Byzantine Civilization” άνοιξε δρόμους τόσο για μια πιο ευνοϊκή και «γήινη» ματιά προς το Βυζάντιο όσο και στο πως μέσα σε έναν περιορισμένο αριθμό σελίδων (414 έχει η συγκεκριμένη ελληνική έκδοση) μπορεί να γίνει μια πλήρης σύνοψη των 1123 χρόνων και δεκαοχτώ ημερών βυζαντινής ιστορίας, όπως τις καταμέτρησε ο ίδιος.

    Ο Στήβεν Ράνσιμαν, λοιπόν, και το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελούν την πηγή και τη σχολή πολλών σημερινών βυζαντινολόγων. Σε συγγραφέα και βιβλίο οφείλουμε μια σειρά υπερασπιστικών γραμμών και αντεπιθέσεων ενάντια σε όλους αυτούς που για αιώνες έβλεπαν το Βυζάντιο ως κηλίδα της ανθρώπινης ιστορίας. Επίσης, επάνω σε αυτό το βιβλίο στηρίχτηκε τμήμα της μετα-νεοτερικής ελληνικής εθνικής ιδεολογίας. Ο Ράνσιμαν λοιπόν και το ανά χείρας βιβλίο έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας πιο σοβαρής και επιστημονικής αντιμετώπισης του Βυζαντίου.

    Η ιδιαιτερότητα του Ράνσιμαν ήταν ότι ήταν πολύγλωσσος και είχε εμβαθύνει στην Ορθόδοξη θεολογία. Αυτό δίνει στο συγκεκριμένο πόνημα πλεονεκτήματα που δεν διαθέτουν ακόμα και σημερινά βιβλία. Όμως δίνει και αδυναμίες.

    Είναι προφανές ότι ο Ράνσιμαν φέρει (και αυτός) τις δικές του προκαταλήψεις. Κάποιες φορές γίνεται συναισθηματικός στη περιγραφή και στους χαρακτηρισμούς του. Κάνει αναχρονιστικούς παραλληλισμούς. Δεν κρύβει τι συμπαθεί και τι τον απογοητεύει. Σε κάποιες γραμμές έχεις την αίσθηση ότι μιλάει περισσότερο για την εποχή που έγραφε το βιβλίο και τις καταβολές του εαυτού του, παρά για το ίδιο το Βυζάντιο. Το παίρνει προσωπικά και σχεδόν ταυτίζεται. Εκτός από ιστορικό, το βιβλίο του είναι λογοτεχνικό και αφηγηματικό και γι’ αυτό απολαυστικό.

    Ωστόσο κάποια από τα στοιχεία ή τις ερμηνείες που παρέχει ο Ράνσιμαν έχουν επικαιροποιηθεί. Για παράδειγμα, η ήττα στο Ματζικέρτ το 1071 δεν ήταν τόσο «συντριπτική» που ο βυζαντινός στρατός «δεν μπόρεσε ποτέ να συνέλθει». Είναι προφανές ότι η αιχμαλωσία του αυτοκράτορα ήταν εξευτελιστική, αλλά οι συγκρούσεις εκ παρατάξεως ήταν ελάχιστες και οι απώλειες περιορισμένες - σε καμία περίπτωση δεν συγκρίνονται με τις απώλειες που είχαν υποστεί οι Βυζαντινοί το 811 και 917 μ.Χ από τους Βούλγαρους. Ωστόσο το «Ματζικέρτ» δρομολόγησε εξελίξεις που όμως οφείλονταν στις πάγιες αντιθέσεις μεταξύ κέντρου (Κωνσταντινούπολης) και περιφέρειας (θεμάτων).

    Επιπλέον, ακόμα και ο φιλοβυζαντινός Ράνσιμαν αντιμετωπίζει το Βυζάντιο οριενταλιστικά. Δεν το βλέπει ακριβώς ως τη φυσική (και μόνη;;) συνέχεια του Ρωμαϊκού κράτους, αλλά στην καλύτερη περίπτωση, ως έναν ξεχωριστό, ιδιαίτερο, ανατολίτικο πολιτισμό. Επίσης, ακόμα και μετά από τόσους αιώνες που έγραψε για το Βυζάντιο, συμπεριφέρεται στην τουρκική και ισλαμική πραγματικότητα ως μια ιστορική παρέκκλιση από την αναμενόμενη ροή της ιστορίας. Όσο και να πληγώνει τον Ράνσιμαν η απώλεια της Πόλης και η πτώση της αυτοκρατορίας, είναι πραγματικά αμφίβολο εάν θα μπορούσαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι να εκχριστιανιστούν και να απορροφηθούν από τους Βυζαντινούς, «αν δεν εμφανιζόταν ένα νέο τουρκικό φύλο, οι Οθωμανοί», δεδομένου ότι το Ισλάμ, αποδεικνύεται μέχρι σήμερα, ότι μόνο ιστορική παρένθεση δεν είναι.

    Τέλος, ο Ράνσιμαν αντιμετωπίζει τις πληθυσμιακές ομάδες ως «καθαρόαιμες» και διακριτές φυλετικά, ενώ τις μετακινήσεις τους ως συμπαγείς που έθεταν σε μαζική κινητοποίηση («έσπρωχναν») άλλους («καθαρόαιμους») πληθυσμούς που έβρισκαν μπροστά τους ή τους εξαφάνιζαν και έπαιρναν τη θέση τους σε κάποιο τόπο. Παρότι δίνει το σύνθετο κλίμα των επιμειξιών, των επιγαμιών και γενικότερα των πληθυσμιακών αναμείξεων, δεν ξεφεύγει από το μεσοπολεμικό μοντέλο των «συγκρουόμενων μπάλων του μπιλιάρδου». Σήμερα γνωρίζουμε και το ζούμε, ότι οι μεταναστεύσεις και η εγκατάσταση ανθρώπων σε νέους τόπους είναι κάτι πιο περίπλοκο.

    Σε κάθε περίπτωση, όμως, μιλάμε για ένα εμβληματικό βιβλίο, σε εξαιρετική μετάφραση και ποιότητα έκδοσης, που δεν θα πρέπει να λείπει από καμία ιστορική βιβλιοθήκη που σέβεται τον εαυτό της.

    Σου φάνηκε χρήσιμη;
  • Επιβεβαιωμένη αγορά

    • Ποιότητα χαρτιού
    • Ήταν ευκολοδιάβαστο
    • Κατανόηση θεματολογίας
    • Ήταν αρκετά ενδιαφέρον
    • Μου άρεσε το ύφος γραφής
    • Θα το πρότεινα για ανάγνωση
    • Ίσως να διάβαζα βιβλίο του ίδιου συγγραφέα
  • Τι μπορεί να προσφέρει ένα βιβλίο του μεσοπολέμου (1933) ενός Σκωτσέζου εκκεντρικού ιστορικού στον Έλληνα μέσο αναγνώστη, ο οποίος θα το διαβάσει το 2025 και θα αφορά σε ένα κομμάτι της ιστορίας του τόπου που ζει; Αυτό είναι ένα πολύ εύλογο ερώτημα. Η απάντηση είναι αφοπλιστική: ο Στήβεν Ράνσιμαν με το “Byzantine Civilization” άνοιξε δρόμους τόσο για μια πιο ευνοϊκή και «γήινη» ματιά προς το Βυζάντιο όσο και στο πως μέσα σε έναν περιορισμένο αριθμό σελίδων (414 έχει η συγκεκριμένη ελληνική έκδοση) μπορεί να γίνει μια πλήρης σύνοψη των 1123 χρόνων και δεκαοχτώ ημερών βυζαντινής ιστορίας, όπως τις καταμέτρησε ο ίδιος.

    Ο Στήβεν Ράνσιμαν, λοιπόν, και το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελούν την πηγή και τη σχολή πολλών σημερινών βυζαντινολόγων. Σε συγγραφέα και βιβλίο οφείλουμε μια σειρά υπερασπιστικών γραμμών και αντεπιθέσεων ενάντια σε όλους αυτούς που για αιώνες έβλεπαν το Βυζάντιο ως κηλίδα της ανθρώπινης ιστορίας. Επίσης, επάνω σε αυτό το βιβλίο στηρίχτηκε τμήμα της μετα-νεοτερικής ελληνικής εθνικής ιδεολογίας. Ο Ράνσιμαν λοιπόν και το ανά χείρας βιβλίο έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας πιο σοβαρής και επιστημονικής αντιμετώπισης του Βυζαντίου.

    Η ιδιαιτερότητα του Ράνσιμαν ήταν ότι ήταν πολύγλωσσος και είχε εμβαθύνει στην Ορθόδοξη θεολογία. Αυτό δίνει στο συγκεκριμένο πόνημα πλεονεκτήματα που δεν διαθέτουν ακόμα και σημερινά βιβλία. Όμως δίνει και αδυναμίες.

    Είναι προφανές ότι ο Ράνσιμαν φέρει (και αυτός) τις δικές του προκαταλήψεις. Κάποιες φορές γίνεται συναισθηματικός στη περιγραφή και στους χαρακτηρισμούς του. Κάνει αναχρονιστικούς παραλληλισμούς. Δεν κρύβει τι συμπαθεί και τι τον απογοητεύει. Σε κάποιες γραμμές έχεις την αίσθηση ότι μιλάει περισσότερο για την εποχή που έγραφε το βιβλίο και τις καταβολές του εαυτού του, παρά για το ίδιο το Βυζάντιο. Το παίρνει προσωπικά και σχεδόν ταυτίζεται. Εκτός από ιστορικό, το βιβλίο του είναι λογοτεχνικό και αφηγηματικό και γι’ αυτό απολαυστικό.

    Ωστόσο κάποια από τα στοιχεία ή τις ερμηνείες που παρέχει ο Ράνσιμαν έχουν επικαιροποιηθεί. Για παράδειγμα, η ήττα στο Ματζικέρτ το 1071 δεν ήταν τόσο «συντριπτική» που ο βυζαντινός στρατός «δεν μπόρεσε ποτέ να συνέλθει». Είναι προφανές ότι η αιχμαλωσία του αυτοκράτορα ήταν εξευτελιστική, αλλά οι συγκρούσεις εκ παρατάξεως ήταν ελάχιστες και οι απώλειες περιορισμένες - σε καμία περίπτωση δεν συγκρίνονται με τις απώλειες που είχαν υποστεί οι Βυζαντινοί το 811 και 917 μ.Χ από τους Βούλγαρους. Ωστόσο το «Ματζικέρτ» δρομολόγησε εξελίξεις που όμως οφείλονταν στις πάγιες αντιθέσεις μεταξύ κέντρου (Κωνσταντινούπολης) και περιφέρειας (θεμάτων).

    Επιπλέον, ακόμα και ο φιλοβυζαντινός Ράνσιμαν αντιμετωπίζει το Βυζάντιο οριενταλιστικά. Δεν το βλέπει ακριβώς ως τη φυσική (και μόνη;;) συνέχεια του Ρωμαϊκού κράτους, αλλά στην καλύτερη περίπτωση, ως έναν ξεχωριστό, ιδιαίτερο, ανατολίτικο πολιτισμό. Επίσης, ακόμα και μετά από τόσους αιώνες που έγραψε για το Βυζάντιο, συμπεριφέρεται στην τουρκική και ισλαμική πραγματικότητα ως μια ιστορική παρέκκλιση από την αναμενόμενη ροή της ιστορίας. Όσο και να πληγώνει τον Ράνσιμαν η απώλεια της Πόλης και η πτώση της αυτοκρατορίας, είναι πραγματικά αμφίβολο εάν θα μπορούσαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι να εκχριστιανιστούν και να απορροφηθούν από τους Βυζαντινούς, «αν δεν εμφανιζόταν ένα νέο τουρκικό φύλο, οι Οθωμανοί», δεδομένου ότι το Ισλάμ, αποδεικνύεται μέχρι σήμερα, ότι μόνο ιστορική παρένθεση δεν είναι.

    Τέλος, ο Ράνσιμαν αντιμετωπίζει τις πληθυσμιακές ομάδες ως «καθαρόαιμες» και διακριτές φυλετικά, ενώ τις μετακινήσεις τους ως συμπαγείς που έθεταν σε μαζική κινητοποίηση («έσπρωχναν») άλλους («καθαρόαιμους») πληθυσμούς που έβρισκαν μπροστά τους ή τους εξαφάνιζαν και έπαιρναν τη θέση τους σε κάποιο τόπο. Παρότι δίνει το σύνθετο κλίμα των επιμειξιών, των επιγαμιών και γενικότερα των πληθυσμιακών αναμείξεων, δεν ξεφεύγει από το μεσοπολεμικό μοντέλο των «συγκρουόμενων μπάλων του μπιλιάρδου». Σήμερα γνωρίζουμε και το ζούμε, ότι οι μεταναστεύσεις και η εγκατάσταση ανθρώπων σε νέους τόπους είναι κάτι πιο περίπλοκο.

    Σε κάθε περίπτωση, όμως, μιλάμε για ένα εμβληματικό βιβλίο, σε εξαιρετική μετάφραση και ποιότητα έκδοσης, που δεν θα πρέπει να λείπει από καμία ιστορική βιβλιοθήκη που σέβεται τον εαυτό της.

    2
  • 0
  • Δες τα όλα
Ερωτήσεις

Ερωτήσεις

Έχεις απορία για το προϊόν;

14 χρήστες έχουν το προϊόν και μπορούν να σε βοηθήσουν

Ρώτησε για το προϊόν

Περιγραφή & Χαρακτηριστικά

Το κλασικό έργο Βυζαντινός Πολιτισµός (1933) του Steven Runciman, ενός από τους σηµαντικότερους βυζαντινολόγους του 20ού αιώνα, είναι ένα πλήρες αν και συνοπτικό πανόραµα της Βυζαντινής Ιστορίας, από την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης τον 4ο αιώνα έως την άλωσή της από τους Οθωµανούς το 1453.

Επί αιώνες οι ιστορικοί της ∆ύσης αντιµετώπιζαν τον βυζαντινό πολιτισµό ως κατώτερο από τον αρχαίο ελληνικό και τον ρωµαϊκό, αλλά και από µεταγενέστερους πολιτισµούς της δυτικής Ευρώπης. Ο Steven Runciman ήταν από τους πρώτους που αµφισβήτησαν αυτή την άποψη, αναδεικνύοντας όχι µόνον τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αλλά και τα επιτεύγµάτά της σε ποικίλα πεδία.

Στο βιβλίο αυτό, µε διεισδυτικότητα και µε κριτικό πνεύµα, ο συγγραφέας προσεγγίζει θέµατα όπως η κρατική δοµή και η διοίκηση στο Βυζάντιο, ο ρόλος της θρησκείας και της Εκκλησίας, ο στρατός και η διπλωµατία, η οικονοµική και κοινωνική ζωή, η εκπαίδευση, η λογοτεχνία και οι καλές τέχνες, οι σχέσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας µε άλλους λαούς αλλά και µε το Ισλάµ και τη ∆ύση.

«Σκοπός αυτού του βιβλίου είναι να δώσει µια γενική εικόνα του πολιτισµού της Ρωµαϊκής Αυτοκρατορίας κατά την περίο¬δο που πρωτεύουσά της ήταν η Κωνσταντινούπολη. Με άλλα λόγια, του ανατολίζοντος εκείνου ελληνορωµαϊκού πολιτισµού που είναι πιο γνωστός ως βυζαντινός. Πρόκειται για µια εξαιρετικά παρατεταµένη περίοδο, περίπου έντεκα αιώνες, κατά τη διάρκεια της οποίας υπήρξαν πολλές αλλαγές και πολλοί µετασχηµατισµοί. Προσπάθησα, ωστόσο, να επικεντρωθώ στα στοιχεία εκείνα που χαρακτήρισαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία καθ’ όλη τη µακρά διάρκειά της». Από τον πρόλογο του συγγραφέα.

∆εν είναι περίεργο που οι περισσότεροι σοβαροί ιστορικοί πλέον αποφασίζουν να επικεντρωθούν σε σχετικά σύντοµες περιόδους και ίσως και σε περιορισµένες γεωγραφικές περιοχές. Είναι όµως σωστό αυτό για την ιστορία; Κάθε ιστορική περίοδος εξαρτάται απ’ αυτά που συνέβησαν πριν απ’ αυτήν και η σηµασία της εξαρτάται από τα γεγονότα που έπονται. Η ιστορία δεν είναι µια σειρά από λιµνούλες µε στάσιµα νερά. Είναι ποταµός που κυλά.

Διάβασε ένα απόσπασμα

Δεν είναι απορίας άξιον ότι τελικά ο Χριστιανισμός θα ήταν η θρησκεία που θα θριάμβευε. Το μήνυμά του είχε πιο πλατιά απήχηση απ’ ό,τι οποιοδήποτε άλλο μήνυμα. Ο Ανατολίτης μπορεί να δείχνει υπομονετικός, αλλά στην πραγματικότητα είναι ανυπόμονος. Κάθε άλλο παρά ανεκτικός στον πόνο και στη θλίψη, τείνει να επιδιώκει επικοινωνία με υπέρτερα όντα, ως τρόπο για να ξεφύγει από τη σφαίρα των επίγειων δοκιμασιών. Από την άλλη, ο κάτοικος της Δύσης έχει την τάση να αντιδρά σε ό,τι τον κατατρώει και τον καταπιέζει· παρηγορείται με την ελπίδα και την πεποίθηση ότι τα πράγματα δεν θα είναι πάντα έτσι. Ο Έλληνας της ελληνιστικής περιόδου βρισκόταν κάπου στη μέση. Πίσω από τη λατρεία του για τη φύση κρύβονταν στοιχεία μυστικισμού, ενώ ένα άλλο χαρακτηριστικό του ήταν η έμφυτη αγάπη προς τα σύμβολα.

Κατασκευαστής

Οδηγοί Προϊόντος

Απόσπασμα Βιβλίου

Συγγραφέας
Steven Runciman
Εκδότης
Μεταίχμιο
Είδος
Γεωγραφία, Πολιτισμός
Γλώσσα
Ελληνικά
Εξώφυλλο
Μαλακό
Αριθμός σελίδων
432
Ημερομηνία Κυκλοφορίας
5/2017
Έτος έκδοσης
2017
Διαστάσεις
21x14 cm
ISBN-13
9786180309607

Σημαντική πληροφορία

Τα δεδομένα αυτά συλλέγονται από τις επίσημες σελίδες των προϊόντων. Επιβεβαίωσε τα στοιχεία πριν προχωρήσεις στην τελική αγορά. Εάν παρατηρήσεις κάποιο πρόβλημα μπορείς να το αναφέρεις εδώ.

Αξιολογήσεις (2)

  1. 2
  2. 4 αστέρια
    0
  3. 3 αστέρια
    0
  4. 2 αστέρια
    0
  5. 1 αστέρι
    0
Αξιολόγησε το προϊόν
  • Giorgos_Sardelis.
    5
    2 στους 2 χρήστες τη βρήκαν χρήσιμη
    Έμπειρος χρήστης

    Επιβεβαιωμένη αγορά

    Τι μπορεί να προσφέρει ένα βιβλίο του μεσοπολέμου (1933) ενός Σκωτσέζου εκκεντρικού ιστορικού στον Έλληνα μέσο αναγνώστη, ο οποίος θα το διαβάσει το 2025 και θα αφορά σε ένα κομμάτι της ιστορίας του τόπου που ζει; Αυτό είναι ένα πολύ εύλογο ερώτημα. Η απάντηση είναι αφοπλιστική: ο Στήβεν Ράνσιμαν με το “Byzantine Civilization” άνοιξε δρόμους τόσο για μια πιο ευνοϊκή και «γήινη» ματιά προς το Βυζάντιο όσο και στο πως μέσα σε έναν περιορισμένο αριθμό σελίδων (414 έχει η συγκεκριμένη ελληνική έκδοση) μπορεί να γίνει μια πλήρης σύνοψη των 1123 χρόνων και δεκαοχτώ ημερών βυζαντινής ιστορίας, όπως τις καταμέτρησε ο ίδιος.

    Ο Στήβεν Ράνσιμαν, λοιπόν, και το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελούν την πηγή και τη σχολή πολλών σημερινών βυζαντινολόγων. Σε συγγραφέα και βιβλίο οφείλουμε μια σειρά υπερασπιστικών γραμμών και αντεπιθέσεων ενάντια σε όλους αυτούς που για αιώνες έβλεπαν το Βυζάντιο ως κηλίδα της ανθρώπινης ιστορίας. Επίσης, επάνω σε αυτό το βιβλίο στηρίχτηκε τμήμα της μετα-νεοτερικής ελληνικής εθνικής ιδεολογίας. Ο Ράνσιμαν λοιπόν και το ανά χείρας βιβλίο έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας πιο σοβαρής και επιστημονικής αντιμετώπισης του Βυζαντίου.

    Η ιδιαιτερότητα του Ράνσιμαν ήταν ότι ήταν πολύγλωσσος και είχε εμβαθύνει στην Ορθόδοξη θεολογία. Αυτό δίνει στο συγκεκριμένο πόνημα πλεονεκτήματα που δεν διαθέτουν ακόμα και σημερινά βιβλία. Όμως δίνει και αδυναμίες.

    Είναι προφανές ότι ο Ράνσιμαν φέρει (και αυτός) τις δικές του προκαταλήψεις. Κάποιες φορές γίνεται συναισθηματικός στη περιγραφή και στους χαρακτηρισμούς του. Κάνει αναχρονιστικούς παραλληλισμούς. Δεν κρύβει τι συμπαθεί και τι τον απογοητεύει. Σε κάποιες γραμμές έχεις την αίσθηση ότι μιλάει περισσότερο για την εποχή που έγραφε το βιβλίο και τις καταβολές του εαυτού του, παρά για το ίδιο το Βυζάντιο. Το παίρνει προσωπικά και σχεδόν ταυτίζεται. Εκτός από ιστορικό, το βιβλίο του είναι λογοτεχνικό και αφηγηματικό και γι’ αυτό απολαυστικό.

    Ωστόσο κάποια από τα στοιχεία ή τις ερμηνείες που παρέχει ο Ράνσιμαν έχουν επικαιροποιηθεί. Για παράδειγμα, η ήττα στο Ματζικέρτ το 1071 δεν ήταν τόσο «συντριπτική» που ο βυζαντινός στρατός «δεν μπόρεσε ποτέ να συνέλθει». Είναι προφανές ότι η αιχμαλωσία του αυτοκράτορα ήταν εξευτελιστική, αλλά οι συγκρούσεις εκ παρατάξεως ήταν ελάχιστες και οι απώλειες περιορισμένες - σε καμία περίπτωση δεν συγκρίνονται με τις απώλειες που είχαν υποστεί οι Βυζαντινοί το 811 και 917 μ.Χ από τους Βούλγαρους. Ωστόσο το «Ματζικέρτ» δρομολόγησε εξελίξεις που όμως οφείλονταν στις πάγιες αντιθέσεις μεταξύ κέντρου (Κωνσταντινούπολης) και περιφέρειας (θεμάτων).

    Επιπλέον, ακόμα και ο φιλοβυζαντινός Ράνσιμαν αντιμετωπίζει το Βυζάντιο οριενταλιστικά. Δεν το βλέπει ακριβώς ως τη φυσική (και μόνη;;) συνέχεια του Ρωμαϊκού κράτους, αλλά στην καλύτερη περίπτωση, ως έναν ξεχωριστό, ιδιαίτερο, ανατολίτικο πολιτισμό. Επίσης, ακόμα και μετά από τόσους αιώνες που έγραψε για το Βυζάντιο, συμπεριφέρεται στην τουρκική και ισλαμική πραγματικότητα ως μια ιστορική παρέκκλιση από την αναμενόμενη ροή της ιστορίας. Όσο και να πληγώνει τον Ράνσιμαν η απώλεια της Πόλης και η πτώση της αυτοκρατορίας, είναι πραγματικά αμφίβολο εάν θα μπορούσαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι να εκχριστιανιστούν και να απορροφηθούν από τους Βυζαντινούς, «αν δεν εμφανιζόταν ένα νέο τουρκικό φύλο, οι Οθωμανοί», δεδομένου ότι το Ισλάμ, αποδεικνύεται μέχρι σήμερα, ότι μόνο ιστορική παρένθεση δεν είναι.

    Τέλος, ο Ράνσιμαν αντιμετωπίζει τις πληθυσμιακές ομάδες ως «καθαρόαιμες» και διακριτές φυλετικά, ενώ τις μετακινήσεις τους ως συμπαγείς που έθεταν σε μαζική κινητοποίηση («έσπρωχναν») άλλους («καθαρόαιμους») πληθυσμούς που έβρισκαν μπροστά τους ή τους εξαφάνιζαν και έπαιρναν τη θέση τους σε κάποιο τόπο. Παρότι δίνει το σύνθετο κλίμα των επιμειξιών, των επιγαμιών και γενικότερα των πληθυσμιακών αναμείξεων, δεν ξεφεύγει από το μεσοπολεμικό μοντέλο των «συγκρουόμενων μπάλων του μπιλιάρδου». Σήμερα γνωρίζουμε και το ζούμε, ότι οι μεταναστεύσεις και η εγκατάσταση ανθρώπων σε νέους τόπους είναι κάτι πιο περίπλοκο.

    Σε κάθε περίπτωση, όμως, μιλάμε για ένα εμβληματικό βιβλίο, σε εξαιρετική μετάφραση και ποιότητα έκδοσης, που δεν θα πρέπει να λείπει από καμία ιστορική βιβλιοθήκη που σέβεται τον εαυτό της.

    Σου φάνηκε χρήσιμη;
  • Επιβεβαιωμένη αγορά

    • Ποιότητα χαρτιού
    • Ήταν ευκολοδιάβαστο
    • Κατανόηση θεματολογίας
    • Ήταν αρκετά ενδιαφέρον
    • Μου άρεσε το ύφος γραφής
    • Θα το πρότεινα για ανάγνωση
    • Ίσως να διάβαζα βιβλίο του ίδιου συγγραφέα
  • Τι μπορεί να προσφέρει ένα βιβλίο του μεσοπολέμου (1933) ενός Σκωτσέζου εκκεντρικού ιστορικού στον Έλληνα μέσο αναγνώστη, ο οποίος θα το διαβάσει το 2025 και θα αφορά σε ένα κομμάτι της ιστορίας του τόπου που ζει; Αυτό είναι ένα πολύ εύλογο ερώτημα. Η απάντηση είναι αφοπλιστική: ο Στήβεν Ράνσιμαν με το “Byzantine Civilization” άνοιξε δρόμους τόσο για μια πιο ευνοϊκή και «γήινη» ματιά προς το Βυζάντιο όσο και στο πως μέσα σε έναν περιορισμένο αριθμό σελίδων (414 έχει η συγκεκριμένη ελληνική έκδοση) μπορεί να γίνει μια πλήρης σύνοψη των 1123 χρόνων και δεκαοχτώ ημερών βυζαντινής ιστορίας, όπως τις καταμέτρησε ο ίδιος.

    Ο Στήβεν Ράνσιμαν, λοιπόν, και το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελούν την πηγή και τη σχολή πολλών σημερινών βυζαντινολόγων. Σε συγγραφέα και βιβλίο οφείλουμε μια σειρά υπερασπιστικών γραμμών και αντεπιθέσεων ενάντια σε όλους αυτούς που για αιώνες έβλεπαν το Βυζάντιο ως κηλίδα της ανθρώπινης ιστορίας. Επίσης, επάνω σε αυτό το βιβλίο στηρίχτηκε τμήμα της μετα-νεοτερικής ελληνικής εθνικής ιδεολογίας. Ο Ράνσιμαν λοιπόν και το ανά χείρας βιβλίο έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας πιο σοβαρής και επιστημονικής αντιμετώπισης του Βυζαντίου.

    Η ιδιαιτερότητα του Ράνσιμαν ήταν ότι ήταν πολύγλωσσος και είχε εμβαθύνει στην Ορθόδοξη θεολογία. Αυτό δίνει στο συγκεκριμένο πόνημα πλεονεκτήματα που δεν διαθέτουν ακόμα και σημερινά βιβλία. Όμως δίνει και αδυναμίες.

    Είναι προφανές ότι ο Ράνσιμαν φέρει (και αυτός) τις δικές του προκαταλήψεις. Κάποιες φορές γίνεται συναισθηματικός στη περιγραφή και στους χαρακτηρισμούς του. Κάνει αναχρονιστικούς παραλληλισμούς. Δεν κρύβει τι συμπαθεί και τι τον απογοητεύει. Σε κάποιες γραμμές έχεις την αίσθηση ότι μιλάει περισσότερο για την εποχή που έγραφε το βιβλίο και τις καταβολές του εαυτού του, παρά για το ίδιο το Βυζάντιο. Το παίρνει προσωπικά και σχεδόν ταυτίζεται. Εκτός από ιστορικό, το βιβλίο του είναι λογοτεχνικό και αφηγηματικό και γι’ αυτό απολαυστικό.

    Ωστόσο κάποια από τα στοιχεία ή τις ερμηνείες που παρέχει ο Ράνσιμαν έχουν επικαιροποιηθεί. Για παράδειγμα, η ήττα στο Ματζικέρτ το 1071 δεν ήταν τόσο «συντριπτική» που ο βυζαντινός στρατός «δεν μπόρεσε ποτέ να συνέλθει». Είναι προφανές ότι η αιχμαλωσία του αυτοκράτορα ήταν εξευτελιστική, αλλά οι συγκρούσεις εκ παρατάξεως ήταν ελάχιστες και οι απώλειες περιορισμένες - σε καμία περίπτωση δεν συγκρίνονται με τις απώλειες που είχαν υποστεί οι Βυζαντινοί το 811 και 917 μ.Χ από τους Βούλγαρους. Ωστόσο το «Ματζικέρτ» δρομολόγησε εξελίξεις που όμως οφείλονταν στις πάγιες αντιθέσεις μεταξύ κέντρου (Κωνσταντινούπολης) και περιφέρειας (θεμάτων).

    Επιπλέον, ακόμα και ο φιλοβυζαντινός Ράνσιμαν αντιμετωπίζει το Βυζάντιο οριενταλιστικά. Δεν το βλέπει ακριβώς ως τη φυσική (και μόνη;;) συνέχεια του Ρωμαϊκού κράτους, αλλά στην καλύτερη περίπτωση, ως έναν ξεχωριστό, ιδιαίτερο, ανατολίτικο πολιτισμό. Επίσης, ακόμα και μετά από τόσους αιώνες που έγραψε για το Βυζάντιο, συμπεριφέρεται στην τουρκική και ισλαμική πραγματικότητα ως μια ιστορική παρέκκλιση από την αναμενόμενη ροή της ιστορίας. Όσο και να πληγώνει τον Ράνσιμαν η απώλεια της Πόλης και η πτώση της αυτοκρατορίας, είναι πραγματικά αμφίβολο εάν θα μπορούσαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι να εκχριστιανιστούν και να απορροφηθούν από τους Βυζαντινούς, «αν δεν εμφανιζόταν ένα νέο τουρκικό φύλο, οι Οθωμανοί», δεδομένου ότι το Ισλάμ, αποδεικνύεται μέχρι σήμερα, ότι μόνο ιστορική παρένθεση δεν είναι.

    Τέλος, ο Ράνσιμαν αντιμετωπίζει τις πληθυσμιακές ομάδες ως «καθαρόαιμες» και διακριτές φυλετικά, ενώ τις μετακινήσεις τους ως συμπαγείς που έθεταν σε μαζική κινητοποίηση («έσπρωχναν») άλλους («καθαρόαιμους») πληθυσμούς που έβρισκαν μπροστά τους ή τους εξαφάνιζαν και έπαιρναν τη θέση τους σε κάποιο τόπο. Παρότι δίνει το σύνθετο κλίμα των επιμειξιών, των επιγαμιών και γενικότερα των πληθυσμιακών αναμείξεων, δεν ξεφεύγει από το μεσοπολεμικό μοντέλο των «συγκρουόμενων μπάλων του μπιλιάρδου». Σήμερα γνωρίζουμε και το ζούμε, ότι οι μεταναστεύσεις και η εγκατάσταση ανθρώπων σε νέους τόπους είναι κάτι πιο περίπλοκο.

    Σε κάθε περίπτωση, όμως, μιλάμε για ένα εμβληματικό βιβλίο, σε εξαιρετική μετάφραση και ποιότητα έκδοσης, που δεν θα πρέπει να λείπει από καμία ιστορική βιβλιοθήκη που σέβεται τον εαυτό της.

    2
  • 0
  • Δες τα όλα
16,90 €
Δωρεάν σε Skroutz Point
ή   3,00 €   μεταφορικά
Kέρδισε 50€ κουπόνι
Kέρδισε 50€ κουπόνι
Δες πώς εδώ