ΗΤΑΝ ΔΕΝ ΉΤΑΝ ΈΞΙ χρόνων ο Μανόλης, όταν είδε για πρώτη φορά τη Μίνα. Γύριζαν με την κυρία Πόπη, τη μάνα του, από την αγορά, όταν, φτάνοντας στην πολυκατοικία όπου έμεναν, στην Κυψέλη, είδαν ένα φορτηγό σταματημένο και δύο εργάτες να ξεφορτώνουν έπιπλα.
Φάνηκε περίεργο της Πόπης που δεν είχε πάρει χαμπάρι πότε κιόλας νοικιάστηκε το μοναδικό ξενοίκιαστο διαμέρισμα – ένα δυαράκι στον πέμπτο, πάνω ακριβώς από το δικό της ιδιόκτητο οροφοδιαμέρισμα. Και ο πέμπτος όροφος ήταν κάποτε οροφοδιαμέρισμα, ώσπου ο ιδιοκτήτης του έχτισε έναν τοίχο και δημιούργησε ένα δυάρι για τη μάνα του, που δεν την ήθελε η νύφη της. Όταν η μάνα του πέθανε, αντί να γκρεμίσει τον τοίχο προτίμησε να το νοικιάσει. Έτσι κι αλλιώς, το σπίτι ήταν αρκετά μεγάλο για δύο άτομα και είχε πια συνηθίσει να ζει έτσι.
Προχώρησαν αργά προς την είσοδο, όταν ακούστηκε μια δυνατή φωνή. «Σιγά σιγά! Αμάν πια! Μου σπάσατε τα μισά πράγματα…» Και τότε την είδαν. Μάνα και γιος έμειναν με το στόμα ανοιχτό. Ένα κορίτσι, γύρω στα είκοσι, βγήκε από την είσοδο και προχώρησε με γρήγορο βήμα προς το φορτηγό. «Α να χαθείτε, ατζαμήδες…» μουρμούρισε μέσα απ’ τα δόντια της.
Ήταν μέσα του Σεπτέμβρη, όμως αυτή φόραγε ένα άσπρο σορτς, αποκαλύπτοντας ένα υπέροχο ζευγάρι μαυρισμένα πόδια, που τα χαλβάδιαζαν οι ιδροκοπημένοι εργάτες. Τα μαλλιά της ήταν μακριά, περίπου μέχρι τη μέση, και είχαν ένα ασυνήθιστο κόκκινο χρώμα, σχεδόν πορτοκαλί. Η κυρία Πόπη τράβηξε με δύναμη το χέρι του Μανόλη και τον έσυρε με φόρα προς τα μέσα. «Αυτό μας έλειπε τώρα! Να έχουμε και σουρλουλούδες στο σπίτι μας…»
Το παιδί ακολούθησε τη μάνα του απρόθυμα και με το κεφάλι στραμμένο προς την άγνωστη. Η κυρία Πόπη ήταν τριάντα χρόνων και θύμιζε μικρή φάλαινα. Ακόμα και ο τρόπος που βάδιζε θύμιζε φάλαινα που σπαρταρούσε έξω από το νερό.