Λυπάμαι που για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή μου η αυτοβιογραφία μου δεν περιλαμβάνει ένα σημαντικό, κρίσιμο θα έλεγα, γεγονός της ζωής μου: τον θάνατό μου. Γιατί η αυτοβιογραφία η σεβόμενη τον εαυτό της θα πρέπει βέβαια να έχει συναρμολογηθεί με όλα εκείνα τα κατά τη γνώμη του συγγραφέα της στοιχεία που ρίχνουν φως στην επίγεια διαδρομή του. Και το σκότος που, όπως και να το κάνουμε, είναι αυτό που ονομάζουμε «θάνατος» πολύ συχνά μπορεί να ρίξει φως στη ζωή του ατόμου. Ένας ωραίος απροσκύνητος θάνατος δίνει επιτέλους μια άλλη διάσταση σε μια ζωή που ναι μεν κύλησε και με μερικές καλές στιγμές που τιμούν την ανθρώπινη περίπτωση, αλλά και με πολλές δυστυχώς στιγμές-ρήγματα στην ακεραιότητά μας, στην αντίστασή μας στις εξουσίες του κόσμου τούτου και στην αδελφοσύνη μας με τον άλλον, αξίες που μόνο αυτές δικαιώνουν το σύντομο πέρασμά της στη Γη.
Αλλά και για ακόμη έναν λόγο ομολογώ μου λείπει πολύ σ’ αυτήν εδώ την αυτοβιογραφία το τέλος του ταξιδιού μου: στη μικρή λογοτεχνική μου προσπάθεια αγαπώ να έχω πότε πότε φλας μπακ. Να, όμως, που εδώ σήμερα δεν μπορώ να κάνω το ίδιο κόλπο, αρχίζοντας από το τέλος του ταξιδιού στο οποίο φτάνουμε ξεκινώντας από την ανυπαρξία για να επιστρέψουμε στην ανυπαρξία. Εν πάση περιπτώσει, αφού έτσι είναι τα ανθρώπινα πράγματα και δεν είναι δυνατόν, προς το παρόν τουλάχιστον –ποιος ξέρει τι μας επιφυλάσσουν και εδώ η επιστήμη και η τεχνολογία–, να μιλήσει κανείς αυθεντικά για τον θάνατό του και να τον ιστορήσει, ας ακολουθήσω κι εγώ την πεπατημένη.