Ο επιθεωρητής Ρέι Στίβενς στεκόταν δίπλα στο παράθυρο και περιεργαζόταν την καρέκλα του γραφείου του, της οποίας το ένα μπράτσο ήταν σπασμένο τουλάχιστον εδώ και έναν χρόνο. Μέχρι τώρα απλώς ακολουθούσε την πρακτική προσέγγιση και απέφευγε να γέρνει προς τα αριστερά, αλλά όσο έλειπε για φαγητό κάποιος είχε γράψει με μαύρο μαρκαδόρο στην πλάτη της καρέκλας «προς επιθεώρηση». Ο Ρέι αναρωτιόταν αν ο πρόσφατος ενθουσιασμός του τμήματος επαγγελματικής υποστήριξης για έλεγχο του εξοπλισμού θα έφτανε μέχρι την αντικατάστασή της ή αν ήταν καταδικασμένος να διευθύνει το Εγκληματολογικό του Μπρίστολ από μια καρέκλα που δημιουργούσε σοβαρές αμφιβολίες για την αξιοπιστία του.
Ο Ρέι έσκυψε για να βρει έναν μαρκαδόρο στο χαοτικό πάνω συρτάρι και άλλαξε την επιγραφή σε «επιθεωρητής». Η πόρτα του γραφείου του άνοιξε και εκείνος σηκώθηκε βιαστικά, ξαναβάζοντας το καπάκι στον μαρκαδόρο. «Α, Κέιτ, μόλις…» Σταμάτησε καθώς αναγνώρισε την έκφραση στο πρόσωπό της πριν δει την εκτυπωμένη ημερήσια αναφορά στο χέρι της. «Τι έχουμε;» «Τροχαίο με εγκατάλειψη θύματος στο Φίσποντς, κύριε. Ένα πεντάχρονο αγοράκι σκοτώθηκε». Ο Ρέι άπλωσε το χέρι του να πάρει το χαρτί και του έριξε μια ματιά όσο η Κέιτ στεκόταν αμήχανα στο κατώφλι. Είχε μόλις δύο μήνες στο Εγκληματολογικό και ακόμη προσπαθούσε να βρει τα πατήματά της. Ήταν καλή όμως· καλύτερη απ’ όσο πίστευε η ίδια.
«Πινακίδα;» «Απ’ όσο ξέρουμε όχι. Το σημείο έχει αποκλειστεί και ο αρχιφύλακας παίρνει κατάθεση από τη μάνα του παιδιού αυτή τη στιγμή. Έχει πάθει μεγάλο σοκ, όπως μπορείς να φανταστείς». «Μπορείς να μείνεις ως αργά;» ρώτησε ο Ρέι, αλλά η Κέιτ είχε ήδη γνέψει καταφατικά πριν καν τελειώσει την ερώτησή του. Αντάλλαξαν αμυδρά χαμόγελα αναγνωρίζοντας από κοινού την ορμή της αδρεναλίνης, που πάντα ένιωθαν ότι ήταν λάθος να απολαμβάνουν ενώ είχε συμβεί κάτι τόσο φρικτό. «Εντάξει λοιπόν, πάμε». Χαιρέτησαν με ένα νεύμα τους καπνιστές που στριμώχνονταν κάτω από το υπόστεγο στην πίσω έξοδο.