Ο ΆΓΓΕΛΟΣ ΡΑΣΜΆΝΗΣ ΆΦΗΣΕ το μολύβι του να κυλήσει άψυχα πάνω στο φύλλο χαρτιού με το μισοτελειωμένο σχέδιο. Έφερε το χέρι του στο κεφάλι και πέρασε τα δάχτυλά του ανάμεσα στα μαλλιά του, που είχαν αρχίσει να αραιώνουν επικίνδυνα. Ακούμπησε την πλάτη του στην αναπαυτική καρέκλα και κοίταξε στον καθρέφτη που βρισκόταν ακριβώς απέναντί του. Η εικόνα του του έστελνε αποθαρρυντικά μηνύματα. Ο αδυσώπητος χρόνος παραήταν σκληρός για το άλλοτε όμορφο πρόσωπό του. Σκέφτηκε τον Αργύρη. Είχε να πάρει τηλέφωνο κάπου δύο βδομάδες. Εδώ κι έναν χρόνο, από τότε που τον είχε γνωρίσει, ο Αργύρης πηγαινοερχόταν στο σπίτι του σχεδόν καθημερινά. Τον είχε δει ένα μεσημέρι στην πλατεία Κολωνακίου και από εκείνη τη στιγμή, θαρρείς, όλο το ενδιαφέρον του επικεντρώθηκε σε αυτό το πρόσωπο. Δεν ήταν δύσκολο να τον προσεγγίσει. Ο Ρασμάνης ήταν ένας από τους γνωστότερους σχεδιαστές μόδας τα τελευταία τριάντα χρόνια. Δεν υπήρχε περιοδικό που να μην παρουσίαζε τις δημιουργίες του, εκπομπή που να μην ανέφερε το όνομά του. Από τότε που πρωτοξεκίνησε, παιδάκι σχεδόν, η επιτυχία τον ακολουθούσε πάντα.
Εκείνα τα χρόνια τα ονόματα στον χώρο της μόδας ήταν ελάχιστα. Εκτός, όμως, από το έμφυτο ταλέντο του, είχε και τύχη. Μπήκε δυναμικά μέσα στο κύκλωμα, με πρωτοποριακά σχέδια, χρησιμοποίησε φωτεινά χρώματα και ο χώρος έλαμψε από κάτι καινούργιο. Γρήγορα πήρε την ανιούσα και μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια αναδείχτηκε σε πρώτο όνομα. Απέκτησε δύναμη, χρήματα και γνωριμίες, κυκλοφόρησε στα πιο λαμπρά σαλόνια και συναναστράφηκε με τα πιο γνωστά ονόματα. Τα απέκτησε όλα. Όλα, εκτός από την αγάπη. Ο Άγγελος είχε κι αυτός τις αδυναμίες του. Όταν ερωτευόταν, έχανε κάθε λογική. Δινόταν με πάθος σε ανθρώπους που δεν άξιζαν ούτε ένα βλέμμα του. Τον έλκυαν τα νεαρά αγόρια από την επαρχία ή από τα πιο απόμερα μέρη της Αθήνας, που δεν είχαν μόρφωση ούτε καλλιέργεια ούτε ηθική και, φυσικά, ούτε χρήματα.