«Φύγετε από κει αμέσως, πάρτε ένα ταξί, θα συναντηθούμε στο μπαρ κοντά στο Καστέλ Σαντ’ Άντζελο, θυμάσαι;» ρώτησε ο Μανουέλ αναστενάζοντας. Φτάνουν στο μπαρ ταυτόχρονα, εκείνη κατεβαίνει από το ταξί με τα πόδια βαριά, καταϊδρωμένη, το κοριτσάκι, η Μάρα, κοιμισμένο στην αγκαλιά της, η τσάντα σφιγμένη στο χέρι, εκείνος πάρκαρε το μηχανάκι. Είχε νυχτώσει πια, τα αυτοκίνητα έτρεχαν κατά μήκος του Τίβερη, το Καστέλ Σαντ’ Άντζελο φάνταζε επιβλητικό, κατάφωτο, αλλά είχε σκοτεινιάσει, ήταν Αύγουστος, έκανε τρομερή ζέστη, δεν μπορούσες καν να πάρεις ανάσα, μια μελαγχολία ήταν διάχυτη παντού. «Ποιος θα μπορούσε να είναι;» Δεν τον άφησε καν να βγάλει το κράνος, όρμησε πάνω του, άφησε απότομα το χερούλι της τσάντας που έπεσε κάτω, του άνοιξε τα χέρια, τον ανάγκασε να την αγκαλιάσει, έκλεισε τα χέρια του γύρω από το σώμα της, γύρω από εκείνη που κρατούσε ήδη τη Μάρα στην αγκαλιά της. Ύστερα αποτραβήχτηκε, του έσφιξε δυνατά τον καρπό, ο Μανουέλ δεν μπορούσε να λύσει την ασφάλεια του κράνους. «Περίμενε», της είπε.
Εκείνη συνέχισε: «Τι πρέπει να κάνω, Μανουέλ;» Επιτέλους, ο Μανουέλ κατάφερε να απελευθερωθεί από το κράνος, το έβαλε στο βαλιτσάκι της μοτοσικλέτας· η ζέστη είχε κολλήσει τα μαλλιά στο μέτωπό του, στους κροτάφους, στον σβέρκο, ο ιδρώτας έτρεχε, σήκωσε την τσάντα της, την κρέμασε στο χέρι του, πήρε το κοριτσάκι στην αγκαλιά του: Τι αλλόκοτο θέαμα, ένας άνδρας με σκούρο πουκάμισο και μπλε παντελόνι, μ’ ένα κοιμισμένο κοριτσάκι αγκαλιά, το κεφάλι του γερμένο στον ώμο του και μια γυναικεία τσάντα να πηγαινοέρχεται χτυπώντας στο πόδι του, την αγκάλιασε με το ελεύθερο χέρι του, τη συνόδεψε ως το μπαρ που έμενε ανοιχτό όλη νύχτα, ανοίγοντας τον γιακά του πουκάμισου, πνιγόταν, της άνοιξε την πόρτα, της έκανε νόημα να περάσει μέσα.