«Μπα!» έκανε και η Μαργαρίτα που στεκόταν δίπλα τους. «Πρώτη φορά βλέπω τόσο καθαρό ουράνιο τόξο! Κοίτα, μάνα! Κοίτα πόσο ζωντανά είναι τα χρώματα!»
«Γι’ αυτό σου λέω, γιαγιά! Πάμε να το δούμε από κοντά, πάμε να δούμε πού αρχίζει και πού τελειώνει!» παρακάλεσε η εγγονή της με έξαψη, τραβώντας την από το χέρι, να την παρασύρει έξω από το σπίτι.
Η Βάγια τής χάιδεψε το κεφάλι με τις σφιχτοδεμένες πλεξούδες. «Καλό μου, ποτέ κανείς δε βρήκε την αρχή και το τέλος ενός ουράνιου τόξου. Το μυστικό του είναι καλά κρυμμένο…»
Λίγα λεπτά αργότερα, όμως, περπατούσαν πλάι πλάι προς τη ρίζα του ουράνιου τόξου, που κάθε λεπτό γινόταν και πιο έντονο. Τα χρώματά του έδειχναν βγαλμένα από παλέτα ζωγράφου. Ούτε και η ίδια δε χρησιμοποιούσε τόσο έντονα χρώματα όταν τα κεντούσε στα υφαντά της.
«Τι είναι το ουράνιο τόξο, γιαγιά;» ρώτησε απαλά η Ειρήνη. Η Βάγια κάθισε πρώτα σ’ ένα βραχάκι και την πήρε στα γόνατά της προτού απαντήσει. «Η μάνα μου έλεγε, σαν ήμουν μικρή, ότι τούτος ο πολύχρωμος δρόμος είναι μια σκάλα για τις ψυχές…»
«Ποιες ψυχές, γιαγιά;»
«Τις ψυχές που περιδιαβαίνουν τη γη και όταν έρχεται η ώρα να πάνε ψηλά, από κει ανεβαίνουν για να συναντήσουν τον Πλάστη τους. Βλέπεις, όταν κάποιος πεθαίνει, η ψυχή δεν αρχίζει αμέσως το ταξίδι της για τον ουρανό. Σαράντα μέρες περιπλανιέται ανάμεσα στους ζωντανούς που αγάπησε στη ζωή της. Όταν όμως γίνουν τα Σαραντάμερα, όταν χορτάσει από το γλυκό σταράκι που φτιάχνουμε εμείς που μείναμε πίσω, είναι έτοιμη να πάει στον τόπο της, στον Ουρανό. Και τότε, έρχεται το ουράνιο τόξο για να της δείξει το δρόμο».
«Κι αν κάποια ψυχή θέλει να κατεβεί, γιαγιά; Πάλι από το ουράνιο τόξο κατεβαίνει;»
«Όχι, κόρη μου, ο δρόμος για κάτω είναι πάντα κλειστός. Η τελευταία κατοικία είναι και η παντοτινή».
«Και μας βλέπουν, γιαγιά, από κει πάνω οι πεθαμένοι;»
«Ναι… μας βλέπουν, Ρηνούλα μου. Και χαίρονται με τη χαρά μας και λυπούνται με τη λύπη μας».