«Αυτό που είπα, αυτό και θα πεις στον Κλεομένη, κυρα-Σμαρούλα!»
Η γυναίκα, στην οποία απευθυνόταν, πετάρισε λίγο τα βλέφαρα, αντάλλαξε μια ματιά με την άλλη γυναίκα και μετά τόλμησε να κάνει ένα βήμα προς τον αγριεμένο άντρα.
«Κύριε Σαράντη μου», άρχισε, προσπαθώντας να ακουστεί όσο πιο γλυκιά η φωνή της, «δε λέω, τα χίλια δίκια έχεις κι εσύ, αλλά σκέψου τι μου ζητάς να πω στο καημένο το παλικάρι! Ορφανό είναι, τίμιο όμως και δουλευτάρικο! Είδε την Αριστέα σου, του άρεσε και σαν τίμιος άντρας στέλνει προξενιό! Και να σημειώσεις, κύριε Σαράντη μου, ότι λόγο δεν έχει γυρίσει με το κορίτσι σου! Μόνο την έβλεπε από μακριά και του καιγόταν η καρδιά…»
«Κυρα-Σμαρούλα, εμένα δε με ρίχνεις με τις γαλιφιές και το ξέρεις! Ο μορφονιός σου, εκτός από την Αριστέα, είδε και υπολόγισε και την προίκα της! Λοιπόν, αν θέλει τις λίρες μου, τότε για γάμο έχουμε μόνο τη Μυρσίνη! Αυτή είναι η μεγαλύτερη, αυτή θα παντρευτεί πρώτη, δεν αλλάζω εγώ τα έθιμα!»
«Κύριε Σαράντη μου, έτσι που μιλάς θα νομίσει κανείς ότι η μεγάλη είναι και… μεγαλοκοπέλα! Είκοσι τεσσάρων χρόνων είναι η Μυρσίνη σου και είκοσι δύο η Αριστέα!»
«Και λοιπόν; Είναι ή δεν είναι πιο μεγάλη;»
«Ναι, αλλά η Αριστέα είναι πιο όμορφη!» της ξέφυγε της προξενήτρας και δαγκώθηκε.
«Και τι έχει να κάνει η ομορφιά με τον γάμο; Η Μυρσίνη είναι προκομμένη, νοικοκυρά και μυαλωμένη! Γερή και δυνατή για να του κάνει παιδιά!»
«Μα την Αριστέα θέλει! Δεν του αρέσει η Μυρσίνη, πώς να το κάνουμε τώρα;» διαμαρτυρήθηκε απαυδισμένη πια η προξενήτρα. «Μίλα κι εσύ, κυρία Βαρβάρα μου! Είναι και δικά σου τα κορίτσια!»
Δεν έπρεπε να το πει αυτό, αλλά το κατάλαβε όταν ήταν πια αργά. Η γροθιά του άντρα προσγειώθηκε με περισσότερη δύναμη στο τραπέζι κι αυτή τη φορά, και όσα από τα κεράσματα είχαν μείνει όρθια ακολούθησαν το παράδειγμα της βυσσινάδας.