Το όνομά μου είναι Κάθι Χ. Είμαι τριάντα ενός ετών και εργάζομαι ως νοσηλεύτρια πάνω από έντεκα χρόνια. Ακούγεται μεγάλο διάστημα, το ξέρω, αλλά θέλουν να συνεχίσω για άλλους οκτώ μήνες, έως το τέλος του χρόνου. Δηλαδή, συνολικά για σχεδόν δώδεκα χρόνια. Τώρα πια γνωρίζω ότι το γεγονός πως είμαι νοσηλεύτρια για τόσο μεγάλο διάστημα δεν οφείλεται απαραιτήτως στο ότι με θεωρούν εξαιρετική σε αυτό που κάνω. Υπάρχουν μερικοί πολύ καλοί νοσηλευτές από τους οποίους ζήτησαν να σταματήσουν ύστερα από δυο ή τρία χρόνια. Και ξέρω έναν τουλάχιστον νοσηλευτή που συνέχισε να εργάζεται για δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια, παρότι ήταν εντελώς άχρηστος. Συνεπώς, δεν προσπαθώ να περιαυτολογήσω. Γνωρίζω όμως μετά βεβαιότητας πως είναι ικανοποιημένοι από τη δουλειά μου και σε γενικές γραμμές το ίδιο κι εγώ. Οι δωρητές μου συνήθως συμπεριφέρονται καλύτερα από το αναμενόμενο. Ο χρόνος της ανάρρωσής τους υπήρξε εντυπωσιακός και σπανίως κάποιος από αυτούς χαρακτηρίστηκε «ταραχοποιός», ακόμα και πριν από την τέταρτη δωρεά. Εντάξει, ίσως τώρα να περιαυτολογώ. Ωστόσο, σημαίνει πολλά για μένα το να μπορώ να κάνω καλά τη δουλειά μου, ιδιαίτερα σ’ εκείνο το κομμάτι της «καθησύχασης» των δωρητών μου.
Έχω αναπτύξει ένα ένστικτο στη σχέση μου μαζί τους. Ξέρω πότε να βρίσκομαι κάπου κοντά και να τους ηρεμώ, πότε να τους αφήνω μόνους· πότε να ακούω όσα έχουν να πουν και πότε να σηκώνω τους ώμους και να τους λέω να συνέλθουν γρήγορα. Τέλος πάντων, δεν ισχυρίζομαι πως είμαι και κάτι το σπουδαίο. Ξέρω κάποιους νοσηλευτές που είναι εξίσου καλοί και κανείς δεν αναγνωρίζει την προσφορά τους. Αν είσαι ένας από αυτούς, καταλαβαίνω πως μπορεί να νιώθεις πικρία – για το διαμέρισμα, για το αυτοκίνητο και κυρίως για το γεγονός πως μπορώ να διαλέγω ποιον θα φροντίσω. Επιπλέον, έχω φοιτήσει στο Χάιλσαμ – αυτό από μόνο του αρκεί για να κάνει ορισμένους να σταθούν προσοχή. Η Κάθι Χ., λένε, έχει το δικαίωμα επιλογής και πάντα επιλέγει άτομα του σιναφιού της: άτομα από το Χάιλσαμ ή από άλλα προνομιούχα ιδρύματα.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!