Η αίθουσα ήταν τεράστια, με πανύψηλα σκαλιστά ταβάνια, ταπετσαρίες στους γεμάτους με πίνακες ζωγραφικής τοίχους, που απεικόνιζαν άρχοντες, αρχόντισσες, μικρά παιδιά, πύργους, κάστρα, άλογα, ένοπλους πολεμιστές σε μάχη. Τρεις μπρούντζινοι στρογγυλοί πολυέλαιοι κρέμονταν από την οροφή και στη θέση που κάποτε έβαζαν κεριά, τώρα υπήρχαν λαμπτήρες. Το φως τους έπεφτε απαλά τονίζοντας ακόμα περισσότερο τα επίχρυσα και ασημένια κηροπήγια καθώς και τα λεπτεπίλεπτα εύθραυστα κρυστάλλινα και πορσελάνινα αντικείμενα, ζωγραφισμένα και λεπτοσκαλισμένα στο χέρι. Το δάπεδο ήταν στρωμένο με πανάκριβα, χειροποίητα περσικά χαλιά και τα παλιά έπιπλα, αντίκες όλα, ήταν αναπαλαιωμένα, καλογυαλισμένα και έλαμπαν από καθαριότητα και φροντίδα. Έξω έβρεχε και το μουντό απογευματινό φως που έμπαινε από τα δύο τεράστια παράθυρα μαζί με το φως των πολυελαίων δημιουργούσαν μια μελαγχολική ατμόσφαιρα, που ταίριαζε απόλυτα με το ύφος της αίθουσας.
Η γηραιά κυρία με τα ασημένια μαλλιά και τα μικρά επιπλατινωμένα γυαλιά μυωπίας στάθηκε μπροστά στη δίφυλλη πόρτα, στηριζόμενη στο εβένινο μπαστούνι της με την ασημένια λαβή σε σχήμα κεφαλιού δράκου, και διάβασε τη μεταλλική χρυσή πινακίδα με τα κεφαλαία μαύρα γράμματα δεξιά στον τοίχο: «ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΩΝ ΔΡΑΚΩΝ». Χαμογέλασε αχνά και μπήκε μέσα. Από πίσω της ακολουθούσαν τέσσερα νέα παιδιά, δύο αγόρια ηλικίας δεκαεπτά και δεκαοκτώ και δύο δεκαεξάχρονα δίδυμα κορίτσια, που έμοιαζαν σαν δύο σταγόνες νερό. Βεβαιώθηκε πως μπήκαν όλοι κι έκλεισε απαλά την πόρτα πίσω της. Προχωρούσε αργά, σταματώντας κάθε δυο τρία βήματα και κοιτάζοντας ταραγμένη τα αντικείμενα, με τους συνοδούς της να την ακολουθούν κατά βήμα.