Χάιδεψα τη σελίδα με τα δάχτυλά μου, ψηλαφώντας τα βαθουλώματα στα σημεία όπου εκείνος είχε πιέσει το στιλό πάνω στο χαρτί τόσο δυνατά, που παραλίγο να το τρυπήσει. Τον φανταζόμουν να το γράφει – γεμίζοντας το χαρτί με τα θυμωμένα ορνιθοσκαλίσματα του, με τον τραχύ γραφικό χαρακτήρα του, σβήνοντας τη μια γραμμή μετά την άλλη, όταν οι λέξεις δεν του έβγαιναν όπως ήθελε, ίσως ακόμα και σπάζοντας το στιλό μέσα στο υπερβολικά μεγάλο χέρι του^ έτσι εξηγούνταν οι λεκέδες από μελάνι. Μπορούσα να φανταστώ την αγανάκτηση που θα έκανε τα μαύρα φρύδια του να σμίξουν και το μέτωπό του να ζαρώσει. Αν ήμουν εκεί, μπορεί να γελούσα. Μην πάθεις κανένα εγκεφαλικό, Τζέικομπ, θα του έλεγα. Απλώς πες τα όπως να ’ναι.
Το τελευταίο πράγμα που είχα τη διάθεση να κάνω τώρα ήταν να γελάσω, καθώς διάβαζα ξανά τις λέξεις που είχα ήδη μάθει απέξω. Η απάντησή του στο παρακλητικό σημείωμά μου –που πέρασε από τον Τσάρλι στον Μπίλι και μετά σ’ εκείνον ακριβώς σαν να ήμασταν στη δευτέρα δημοτικού, όπως είχε επισημάνει– δε με ξάφνιασε. Ήξερα πάνω κάτω τι θα έλεγε προτού καν την ανοίξω.
Αυτό που με ξάφνιασε ήταν πόσο με πλήγωνε κάθε σβησμένη γραμμή – λες και οι κορυφές των γραμμάτων ήταν κοφτερές λεπίδες. Και, κυρίως, ότι πίσω από κάθε θυμωμένο ξεκίνημα κρυβόταν μια τεράστια λίμνη πόνου^ ο πόνος του Τζέικομπ με έκοβε πιο βαθιά κι από τον δικό μου. Ενώ συλλογιζόμουν αυτά, μου ήρθε από την κουζίνα η αδιαμφισβήτητη μυρωδιά από κάτι που καιγόταν. Σε κάποιο άλλο σπίτι το γεγονός ότι μαγείρευε κάποιος άλλος εκτός από μένα μπορεί να μην αποτελούσε αιτία πανικού.
Έχωσα βιαστικά το τσαλακωμένο χαρτί στην κωλότσεπη κι έτρεξα προλαβαίνοντας να φτάσω κάτω οριακά. Το γυάλινο βάζο με τη σάλτσα ζυματικών που ο Τσάρλι είχε βάλει στον φούρνο μικροκυμάτων ήταν μόλις στην πρώτη περιστροφή του, όταν άνοιξα απότομα την πόρτα και το τράβηξα έξω.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!