Η μέρα ήταν απ’ το πρωί μουντή και σκοτεινή. Σκούρα σύννεφα ταξίδευαν στον ουρανό, σπρωγμένα απ’ τα ξεσπάσματα του ανέμου, παρ’ όλα αυτά δεν άρχισε να βρέχει παρά το απόγευμα, όταν εκείνη ζύγωνε στον προορισμό της. Έτρεξε να κρυφτεί κάτω απ’ το περβάζι και χτύπησε το κουδούνι της παλιάς μονοκατοικίας.
Γύρω της οι λιγοστοί άνθρωποι που βρίσκονταν στο στενό δρομάκι στο Μοναστηράκι βιάζονταν επίσης να καλυφθούν μ’ όποιον τρόπο μπορούσαν, σηκώνοντας τις τσάντες τους οι γυναίκες ή τις σακούλες με τα ψώνια κι επιταχύνοντας το βήμα τους, ενώ ένα ζευγάρι εφήβων γέλασε τρανταχτά, υψώνοντας το πρόσωπο στη βροχή σαν να την προκαλούσε. Χαμογέλασε η ψηλόλιγνη κοπέλα με τα κοντά ξανθά μαλλιά στην εικόνα τους. Η ανεμελιά κι η αψηφισιά των νιάτων, σκέφτηκε, ξαναχτυπώντας ανυπόμονα το κουδούνι, καθώς η βροχή έπεφτε πια με το τουλούμι. Τα απλά σταράκια τους θα είχαν ήδη μουλιάσει, όπως είχαν μουλιάσει και τα δικά της τη μέρα που είχε γνωριστεί με την οικοδέσποινα του συγκεκριμένου σπιτιού, η οποία είχε σπεύσει να την πάρει τότε προστατευτικά κάτω απ’ το παλιομοδίτικο αλεξιβρόχιό της και να τη φιλοξενήσει μέχρι να περάσει η μπόρα.
Η αρχή μιας μάλλον αταίριαστης φιλίας, αναλογίστηκε τώρα, χαμογελώντας πάντα και ξαναχτυπώντας για τρίτη φορά το κουδούνι. Το χαμόγελο έσβησε απ’ τα χείλη της συνειδητοποιώντας πόση ώρα έστεκε εκεί, παρά το γεγονός πως την περίμενε η φίλη της, κι η ανυπομονησία έδωσε πια τη θέση της στην ανησυχία. Άνοιξε την τσάντα της αγχωμένη κι έψαξε το κλειδί με το οποίο την είχε εφοδιάσει εκείνη σε χρόνο ανύποπτο «διά παν ενδεχόμενο», όπως της είχε πει χαμογελώντας ειρωνικά.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!