Ήταν 7 λεπτά µετά τα µεσάνυχτα. Ο σκύλος κειτόταν πάνω στο γρασίδι, καταµεσής της πρασιάς, µπροστά από το σπίτι της κυρίας Σίαρς. Τα µάτια του ήταν κλειστά. Έµοιαζε σαν να έτρεχε µε τις µπάντες, όπως τρέχουν τα σκυλιά όταν νοµίζουν πως κυνηγούν µια γάτα µέσα στον ύπνο τους. Όµως ο σκύλος ούτε έτρεχε ούτε κοιµόταν. Ο σκύλος ήταν νεκρός. Κι από το σκύλο εξείχε µια τσουγκράνα. Τα δόντια της τσουγκράνας πρέπει να είχαν διαπεράσει το σώµα του σκύλου πέρα ως πέρα και ύστερα να είχαν καρφωθεί στο χώµα, γιατί η τσουγκράνα δεν ήταν πεσµένη κάτω. Κατέληξα στο συµπέρασµα πως κάποιος είχε δολοφονήσει το σκυλί µε την τσουγκράνα, γιατί δεν έβλεπα άλλες πληγές πάνω του και δε φαντάζοµαι πως θα έµπηγε κανείς µια τσουγκράνα σ' ένα σκυλί αν εκείνο είχε ήδη πεθάνει από κάποια άλλη αιτία, όπως από καρκίνο για παράδειγµα ή από τροχαίο. Ωστόσο δεν µπορούσα να είµαι σίγουρος γι' αυτό. ∆ιάβηκα την αυλόπορτα της κυρίας Σίαρς και κατόπιν την έκλεισα πίσω µου. Προχώρησα στο γρασίδι του κήπου και γονάτισα δίπλα στο σκυλί. Έβαλα το χέρι µου στο µουσούδι του. Ήταν ακόµα ζεστό.
Το σκυλί λεγόταν Ουέλινγκτον. Ανήκε στην κυρία Σίαρς, η οποία ήταν φίλη µας. Ζούσε στην απέναντι πλευρά του δρόµου, δύο σπίτια πιο κάτω από το δικό µας, στα αριστερά µας. Ο Ουέλινγκτον ήταν κανίς, όχι όµως από εκείνα τα µικρόσωµα κανίς που τους κάνουν κάτι περίεργα χτενίσµατα, αλλά ένα µεγαλόσωµο κανίς. Είχε σγουρό µαύρο τρίχωµα, µα εάν ερχόσουν πιο κοντά, έβλεπες καθαρά πως το δέρµα κάτω από το τρίχωµα είχε ένα πολύ ωχρό κίτρινο χρώµα, σαν της κότας. Χάιδεψα τον Ουέλινγκτον και αναρωτήθηκα ποιος τον είχε σκοτώσει και γιατί.