«Πρέπει να χωριστούμε!» είπε εκείνος προσπαθώντας να αποφύγει το απεγνωσμένο βλέμμα της. «Αγάπη μου, άκουσέ με…» συνέχισε, μην μπορώντας να κρύψει την ταραχή του. «Δεν υπάρχει άλλη λύση… Πρέπει να προσπαθήσουμε να τις σώσουμε, έστω τη μία από τις δύο! Τους οφείλουμε τουλάχιστον αυτό…» Έστω ο ένας από τους δυο μας, έστω η μία από τις δυο τους… σκέφτηκε εκείνη ξεροκαταπίνοντας, μην μπορώντας να χωρέσει το μέγεθος και το νόημα αυτού του διλήμματος, νιώθοντας την ψυχή της να ανταγωνίζεται σε ψύχος τις πολικές θερμοκρασίες στις οποίες ήταν εκτεθειμένοι όλοι τους –μια χούφτα άνθρωποι στην ουσία, ταλαιπωρημένοι και εξαντλημένοι– εδώ και τόσο καιρό. Έσφιξε ενστικτωδώς το φασκιωμένο μωρό ακόμα πιο σφιχτά στην αγκαλιά της και έκλεισε τα μάτια για να εμποδίσει, όσο γινόταν, τα δάκρυα να κυλήσουν.
«Δε θα τα καταφέρουμε όλοι μαζί», συνέχισε εκείνος. «Πρέπει…» «Πάψε!» τον διέκοψε. Δε χρειαζόταν να την πείσει. Μπορούσε να μυρίσει τον φόβο του, είχε μάθει για τα καλά τη μυρωδιά αυτή τόσο καιρό, ανάκατη με το νοτισμένο χώμα. Την ξεχώριζε χωρίς δυσκολία από τις υπόλοιπες οσμές της φύσης, της επέτρεπε, θέλοντας και μη, να γίνεται καθημερινός της σύντροφος. Ήξερε άλλωστε πολύ καλά τι τους περίμενε, αν συνέχιζαν έτσι. Είχε δει με τα ίδια της τα μάτια πού μπορούσε να φτάσει η ανθρώπινη κτηνωδία. Όχι μία και δύο φορές, αλλά πολλές. Κάθε στάλα αθωότητας και αισιοδοξίας είχε στερέψει από μέσα της προ πολλού. Η προηγούμενη ανέμελη ζωή της, τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια στη Θεσσαλονίκη φαίνονταν πια τόσο μακρινά, τόσο ψεύτικα, σαν να τα είχε ζήσει κάποια άλλη, σαν να τα είχε απλώς ονειρευτεί.