Η Μάρθα άνοιξε τα μάτια της και την κοίταξε. Μετά της έπιασε σφιχτά τα χέρια. «Αγγέλα, αδελφούλα μου, δε θα το αντέξω αυτό το κακό… Μπορεί να πεθάνω…» της είπε σέρνοντας σχεδόν τις λέξεις από το στόμα της. Τα γαλάζια μάτια της Αγγέλας σκοτείνιασαν. «Πάψε, τι είναι αυτά που λες; Εμένα δε με σκέφτεσαι λιγάκι;» «Εσένα σκέφτομαι συνεχώς. Τα τελευταία είκοσι έξι χρόνια δεν έπαψα στιγμή να σε σκέφτομαι». «Μάρθα, σύνελθε, μην αφήνεις τον πόνο να σε τσακίζει έτσι». «Θέλω να σου μιλήσω… Πρέπει να σου μιλήσω, αλλιώς δε θα ησυχάσω ούτε στον τάφο μου». «Μίλα μου, τι είναι, πες μου ό,τι θες». «Δε θέλω απλώς να σου μιλήσω… Θέλω να σου εξομολογηθώ… Να σου πω το μεγάλο μου μυστικό…» «Μυστικό; Τι μυστικό; Εμείς δεν έχουμε μυστικά. Αγαπιόμαστε. Έτσι δεν είναι;» Η Μάρθα προσπάθησε με κόπο να χαμογελάσει. «Φαίνεται ότι τα χρόνια μαλάκωσαν τον πόνο σου και ξέχασες. Κάποτε μισούσαμε η μία την άλλη…»
«Πού τα θυμήθηκες τώρα όλα αυτά. Περασμένα ξεχασμένα». «Όχι!» είπε απότομα η Μάρθα. «Δεν είναι έτσι. Υπάρχει ανάμεσά μας ένα μυστικό που με τσακίζει χρόνια τώρα. Είναι κάτι που προσπάθησα να ξεχάσω, το έκρυψα από όλους. Όμως δεν αντέχω πια… Το φορτίο είναι βαρύ και δεν μπορώ να το κουβαλάω άλλο… Πρέπει να το μάθεις…» «Από όλους είπες; Και από τον Μάριο ακόμη;» «Κυρίως απ’ αυτόν. Αν ο Μάριος μάθαινε την αλήθεια, θα με μισούσε για πάντα. Δε θα άντεχα να ζω με το μίσος του γιου μου στα μάτια του. Όχι, του ίδιου μου του παιδιού». Η Αγγέλα την κοίταξε προσεκτικά. Φαινόταν απελπισμένη. Τα καστανά της μάτια έλαμπαν όχι μόνο από τον πυρετό που την τσάκιζε, αλλά και από την ολοφάνερη προσπάθεια που κατέβαλλε για να της μιλήσει για κάτι που χρόνια τώρα έκρυβε τόσο καλά.