Με τη Σοφία Λεωνίδη γνωρίστηκα για πρώτη φορά στην Αίγυπτο, προς τα τέλη του πολέμου. Είχε μια αρκετά υψηλή διοικητική θέση σε μια από τις εκεί αντιπροσωπείες του αγγλικού Υπουργείου Εξωτερικών. Αρχικά τη γνώρισα στη δουλειά της επάνω και είχα από νωρίς εκτιμήσει τις ικανότητες που την είχαν ανεβάσει στη θέση που είχε, παρ’ όλη τη νεαρή της ηλικία (ήταν τότε μόλις είκοσι δύο χρόνων).
Πέρα από το γεγονός ότι ήταν μια απόλαυση να τη βλέπει κανείς, είχε καθαρή σκέψη και ένα καυστικό χιούμορ που το έβρισκα εξαίσιο. Γίναμε φίλοι. Ήταν ένας άνθρωπος με τον οποίο ήταν ιδιαίτερα εύκολο να μιλάς και μας άρεσε να τρώμε το βράδυ μαζί ή να πηγαίνουμε σε διάφορους χορούς.
Όλα αυτά τα ήξερα. Μόνο όμως όταν πήρα διαταγή να φύγω για την Ανατολή, προς τα τέλη του πολέμου, έμαθα και κάτι άλλο∙ ότι αγαπούσα τη Σοφία και ότι ήθελα να την παντρευτώ. Έκανα αυτή την ανακάλυψη καθώς τρώγαμε στο Σέφαρντς. Δεν έπεσε πάνω μου σαν μια σοκαριστική έκπληξη, αλλά μάλλον ως η αναγνώριση μιας πραγματικότητας με την οποία είχα γίνει οικείος εδώ και καιρό. Την κοίταξα με άλλα μάτια∙ είδα όμως αυτό που από καιρό γνώριζα.
Καθετί που έβλεπα μου άρεσε. Τα μαύρα σγουρά μαλλιά που φύτρωναν περήφανα πάνω από το μέτωπό της, τα ζωηρά μπλε μάτια της, το μικρό, τετράγωνο, μαχητικό σαγόνι και την ίσια μύτη της. Μου άρεσε το καλοραμμένο ανοιχτό γκρίζο χειροποίητο ταγέρ της και το κολλαριστό άσπρο της πουκάμισο. Έδειχνε τόσο δροσιστικά Αγγλίδα, κι αυτό με γοήτευε πολύ έντονα ύστερα από τρία χρόνια που είχα να δω την πατρίδα μου.