«Και δεν υπάρχει αμφιβολία; Καμία απολύτως αμφιβολία;»
Η αστυνομικίνα λοξοκοίταξε τον συνάδελφό της κι έπειτα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Φάνηκε να επιλέγει με προσοχή τα λόγια της:
«Όπως είπα, πρέπει να κάνει αξιολόγηση των ευρημάτων στη σκηνή του εγκλήματος ένας ιατροδικαστής. Αλλά σε αυτή τη φάση όλα δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση: ο πρώην σου, ο Τζακ, σκότωσε την κόρη σας». Η Φέι έκλεισε τα μάτια κι έπνιξε έναν λυγμό.
Η Ζιλιέν κοιμόταν επιτέλους. Τα μαλλιά της ήταν απλωμένα στο ροζ προσκεφάλι. Ανάσαινε ήρεμα. Η Φέι τη χάιδεψε στο μάγουλο, προσεκτικά για να μην την ξυπνήσει. Ο Τζακ θα επέστρεφε απόψε από επαγγελματικό ταξίδι στο Λονδίνο. Ή μήπως στο Αμβούργο; Η Φέι δεν θυμόταν. Θα ήταν κουρασμένος κι αγχωμένος όταν θα έφτανε στο σπίτι, αλλά θα φρόντιζε να τον χαλαρώσει με τον καλύτερο τρόπο.
Έκλεισε προσεκτικά την πόρτα της κρεβατοκάμαρας για να μην ξυπνήσει τη Ζιλιέν, βγήκε αθόρυβα στο χολ και έλεγξε αν η εξώπορτα ήταν κλειδωμένη. Στην κουζίνα πέρασε το χέρι της πάνω από τον πάγκο. Τρία μέτρα λευκό μάρμαρο με γκριζογάλανα νερά. Μάρμαρο Καράρα, φυσικά. Διόλου πρακτικό, δυστυχώς, αφού το πορώδες υλικό απορροφούσε τα πάντα σαν σφουγγάρι και ήδη είχε ένα σωρό απαίσιους λεκέδες. Αλλά ο Τζακ δεν πειθόταν να βρει κάτι πιο βολικό, δεν υπήρχε καν ως σκέψη στο μυαλό του.
Η κουζίνα του διαμερίσματος στη Ναρβαβέγκεν είχε κοστίσει κάτι λιγότερο από εκατομμύριο, χωρίς παζάρια και τσιγκουνιές. Η Φέι πήρε ένα μπουκάλι Αμαρόνε και ακούμπησε ένα ποτήρι στον πάγκο. Ποτήρι πάνω στη μαρμάρινη επιφάνεια, κελάρυσμα κρασιού που πέφτει αφρίζοντας... Έτσι ήταν, με λίγα λόγια, τα βράδια της όταν έλειπε ο Τζακ.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!