Κάτι διαπέρασε την καρδιά του χειμώνα.
Κάτι που δεν μπορούσε να το προσδιορίσει, αλλά σίγουρα ήταν κάτι. Μια αύρα θαλπωρής, ίσως μια αργοσάλευτη αχτίδα φωτός μέσα από το γκρίζο πάπλωμα των νεφών, ή ίσως το γεγονός ότι η λιμνούλα που περικύκλωνε τη θέση του στο πάρκινγκ όλον το χειμώνα ήταν μικρότερη – εκείνη τη θέση που ακόμη είχε το όνομά του. Σταμάτησε για λίγο και κοίταξε πάνω, την πρωινή συννεφιά. Η ίδια, όπως συνήθως. Βρισκόταν εκεί σαν μια προστατευτική στέγη της τράπεζας και τον καλωσόριζε. Η ίδια ηρεμία, όπως πάντα.
Λίγο πιο κάτω φώλιαζε το χωριό, φαινομενικά ανέγγιχτο· οι μικρές στήλες καπνού που υψώνονταν περιδινούμενες από τη μια ή την άλλη καπνοδόχο ήταν τα μοναδικά σημάδια ζωής. Άκουγε το μονότονο κελάηδημα μιας παπαδίτσας και την είδε να βγάζει το κεφάλι της από τη φωλιά ακριβώς κάτω από τη σκεπή. Κλείδωσε την πόρτα του αυτοκινήτου και διέσχισε με δρασκελιές τα ελάχιστα μέτρα που τον χώριζαν από τη μικρή πόρτα της εισόδου του προσωπικού. Έβγαλε μια μεγάλη αρμάθα κλειδιά και ξεκλείδωσε τις τρεις κλειδαριές ασφαλείας τη μία μετά την άλλη.
Μέσα στο υποκατάστημα μύριζε τσαγκαροδευτέρα, μια ελαφριά κλεισούρα Σαββατοκύριακου, την οποία η Λίσμπετ σύντομα θα αέριζε όταν θα κατέφθανε, δεύτερη ως συνήθως, αρχίζοντας ταυτόχρονα την καλοδιάθετη φλυαρία της. Εκείνος ερχόταν πάντα πρώτος. Καθαρή ρουτίνα. Όλα ήταν τα ίδια όπως πάντα.
Το επανέλαβε πολλές φορές απομέσα του: όλα είναι τα ίδια όπως πάντα. Πιθανώς να έλεγε τις περισσότερες φορές, ενίοτε. Στάθηκε στο ταμείο του και άνοιξε το συρτάρι. Έβγαλε από εκεί μια μακριά επιχρυσωμένη θήκη και ζύγισε στο χέρι του ένα από τα βελάκια του νταρτ. Το ειδικό όπλο του. Ακόμα και ανάμεσα στους έμπειρους, δεν ήταν πολλοί εκείνοι που ήξεραν πώς έπρεπε να είναι ένα βελάκι. Τα δικά του ήταν μακριά, ειδικής κατασκευής, με σώμα δώδεκα εκατοστών, από τα οποία τα επτά, περίπου, αποτελούσαν τη «μύτη» – ένα μήκος που πάντα ξάφνιαζε τους αντιπάλους– και είχαν αρκετά κοντά, πυκνά φτερά.