Αστραφτε στα τέλη Αυγούστου του 1569 το αλάτι ωσάν χιόνι στην αλυκή της Λάρνακας, αντιπαλεύοντας τον ήλιο που εκτόξευε την κάψη του αδιάφορος για τον τόπο και τον κάματο των ανθρώπων. Το εκτυφλωτικό φως ανάγκαζε τον Γερόλεμο να σμίγει τα βλέφαρα αφήνοντας μονάχα μια χαραματιά για να θωρεί ολόγυρα, ενώ φρόντιζε να περπατά στο πλάι της καμήλας, στον ίσκιο της καμπούρας και του φορτίου της. Τα γαϊδούρια, τα μουλάρια κι όσοι προπορεύονταν σήκωναν σύγνεφο σκόνης, κολλούσε απάνω του, κι όπως σκούπιζε κάθε τόσο τον ιδρώτα σχηματίζονταν στο πρόσωπό του γκριζόασπρες γραμμές. Αριστερά του, στο ύψωμα σιμά στην ακτή της μεγάλης αλυκής, μόλις διέκρινε ανάμεσα στις φοινικιές το εκκλησάκι της Αγίας Αικατερίνης. Μια σταλαγματιά πράσινου μες στο κατάλευκο του αλατιού και στο λευκοκίτρινο των εδαφών της πεδιάδας. Δεξιά του λαμπύριζε η μικρότερη αλυκή και παρέκει το γαλανό της θάλασσας. Όλα θαμπά απ’ την αντηλιά και το πούσι.
Στη μέση της αλυκής καμιά εκατοστή άνθρωποι φάνταζαν να αιωρούνται καθώς η λάβρα έκανε τον αέρα να κοχλάζει και στρέβλωνε τις θωριές τους. Θαρρείς σε μια απόπειρα ν’ αναληφθούν στους ουρανούς και να γλιτώσουν απ’ τη μαύρη τους τη ζήση. Όμως οι βραγιές του συγκεντρωμένου αλατιού κι οι σκουρόχρωμες ανάμεσά τους λωρίδες, όθεν είχαν μαζέψει το πολύτιμο προϊόν, έμοιαζαν με ιστό αράχνης που τους παγίδευε στην επιφάνεια της κατάξερης πια λίμνης. Στην ίδια παγίδα και τα δεκάδες γαϊδούρια, τα οποία φορτωμένα κοφίνια μετέφεραν το αλάτι στην άκρη της αλυκής, όπου άλλοι εργάτες το στοίβαζαν σε ψηλούς μακρόστενους σωρούς. Όπως πορευόταν το καραβάνι των είκοσι Λευκαριτών φάνηκε ο Χάουζας, επιστάτης του ιππότη Μάρκου Συγκλητικού, φεουδάρχη των Λευκαρών κι αφέντη όλης της κουστωδίας. Κατέφτασε καλπάζοντας, ξεχώρισε δεκαοκτώ άντρες κι αφού συνεννοήθηκε με τον επόπτη των αλατοεργατών πρόσταξε να πιάσουν δουλειά στην αλυκή.