Έχω γνωρίσει ανθρώπους ικανούς να απολαύσουν έναν διάπλου· ανθρώπους που μπορούν να κάθονται ψύχραιμα στις καρέκλες τους και, φτάνοντας στο λιμάνι, να περιμένουν ώσπου να δέσει το πλοίο, κατόπιν να συγκεντρώνουν τα πράγματά τους χωρίς φασαρία και να αποβιβάζονται. Προσωπικά, ποτέ δεν τα καταφέρνω. Από τη στιγμή που επιβιβάζομαι, έχω την αίσθηση πως τα χρονικά περιθώρια είναι πολύ στενά για να κάνω με την ησυχία μου οτιδήποτε. Μετακινώ τις αποσκευές μου από το ένα σημείο στο άλλο και, αν κατέβω στο εστιατόριο για να γευματίσω, καταπίνω το φαγητό μου βιαστικά, έχοντας διαρκώς την αίσθηση πως μπορεί το πλοίο να φτάσει ξαφνικά στον προορισμό του όση ώρα εγώ βρίσκομαι κάτω. Ίσως όλα αυτά να είναι κληρονομιά των σύντομων αδειών στη διάρκεια του πολέμου, τότε που φάνταζε ζήτημα ύψιστης σημασίας να εξασφαλίσεις μια θέση κοντά στη σκάλα αποβίβασης, και να είσαι από τους πρώτους που θα αποβιβαστούν, μη τυχόν και σπαταλήσεις πολύτιμα λεπτά μιας τριήμερης ή πενθήμερης άδειας.
Το συγκεκριμένο πρωινό του Ιουλίου, καθώς στεκόμουν δίπλα στην κουπαστή και παρακολουθούσα τα λευκά βράχια του Ντόβερ να σιμώνουν, θαύμαζα τους επιβάτες που μπορούσαν να κάθονται ήρεμα στις καρέκλες τους και να μη σηκώσουν στιγμή τα μάτια τους για να αντικρίσουν από μακριά τη γενέτειρά τους. Βέβαια, δεν αποκλείεται η δική τους περίπτωση να διέφερε από τη δική μου. Το δίχως άλλο, πολλοί από αυτούς είχαν απλά πεταχτεί ως το Παρίσι για το Σαββατοκύριακο, ενώ εγώ πέρασα τον τελευταίο ενάμιση χρόνο σε ένα ράντσο στην Αργεντινή. Είχα ευημερήσει εκεί, ενώ τόσο η σύζυγός μου όσο κι εγώ είχαμε απολαύσει την ανέμελη και άνετη ζωή της νοτιοαμερικανικής ηπείρου, όμως, και πάλι, ένας κόμπος είχε σταθεί στον λαιμό μου, καθώς έβλεπα τις γνώριμες ακτές να πλησιάζουν ολοένα και περισσότερο.