Όταν επιτέλους με έβγαλαν από τον γύψο, και αφού οι γιατροί με τραβολόγησαν όσο λαχταρούσε η καρδιά τους και οι νοσοκόμες με καλόπιασαν για να αρχίσω προσεκτικά να κινώ τα μέλη μου, και αφού με είχε πιάσει ναυτία, γιατί στην ουσία μού μιλούσαν σαν να ήμουν μωρό, ο Μάρκους Κεντ μού είπε ότι έπρεπε να πάω να μείνω στην ύπαιθρο.
«Καθαρός αέρας, ήσυχη ζωή, απραξία, αυτή τη συνταγή πρέπει να ακολουθήσεις. Θα σε φροντίσει η αδελφή σου. Θα τρως, θα κοιμάσαι και θα μιμείσαι το φυτικό βασίλειο όσο περισσότερο γίνεται». Δεν τον ρώτησα αν θα μπορούσα να ξαναπετάξω ποτέ. Κάποιες ερωτήσεις δεν τις κάνει κανείς επειδή φοβάται τις απαντήσεις που θα πάρει. Κατά τον ίδιο τρόπο, μέσα στους τελευταίους πέντε μήνες, δε ρώτησα ποτέ αν θα ήμουν καταδικασμένος να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι. Φοβόμουν τη χαρωπή, υποκριτική διαβεβαίωση της νοσοκόμας. «Ελάτε τώρα, τι πράγματα είναι αυτά που ρωτάτε! Εμείς δεν αφήνουμε τους ασθενείς μας να κάνουν τέτοιες κουβέντες!»
Γι’ αυτό δε ρώτησα, και τελικά πήγαν όλα καλά. Δε θα γινόμουν ένας ανήμπορος σακάτης. Κατάφερα να κινήσω τα πόδια μου, να σταθώ σ’ αυτά, να κάνω επιτέλους μερικά βήματα, κι αν ένιωθα μάλλον σαν παράτολμο μωρό που μαθαίνει να κάνει τα πρώτα του βήματα, με τρεμάμενα γόνατα και σαν να πατάω πάνω σε βαμβάκι, ήταν απλώς από την αδυναμία και την ακινησία, και θα περνούσε.
Ο Μάρκους Κεντ, που είναι από τους σωστούς γιατρούς, απάντησε στα όσα δεν είχα ρωτήσει. «Θα αναρρώσεις πλήρως», είπε. «Δεν ήμασταν σίγουροι ως την περασμένη Τρίτη, όταν έκανες την τελευταία αναλυτική εξέταση, μα τώρα μπορώ να σου το πω με βεβαιότητα. Η ανάρρωση όμως θα κρατήσει καιρό. Θα κρατήσει καιρό και, αν μου επιτρέπεις, θα είναι κουραστική. Όταν πρόκειται για την ίαση νεύρων και μυών, το μυαλό πρέπει να βοηθά το σώμα. Κάθε ανυπομονησία, κάθε δυσφορία, θα σε πηγαίνουν πίσω. Και ό,τι κι αν κάνεις, μην “πιέσεις τον εαυτό σου να γιατρευτεί γρήγορα”. Αν κάνεις οτιδήποτε τέτοιο, θα βρεθείς ξανά σε καμιά κλινική. Πρέπει να πάρεις τη ζωή αργά και εύκολα, το τέμπο σου να είναι legato.»