Ο Μπόμπι γονάτισε δίπλα στον άντρα, αλλά δε χωρούσε αμφιβολία. Ήταν νεκρός. Μια τελευταία στιγμή συνειδητότητας, αυτή η ξαφνική ερώτηση, κι έπειτα… το τέλος. Μάλλον απολογητικά, ο Μπόμπι έβαλε το χέρι στην τσέπη του αγνώστου, έβγαλε από μέσα ένα μεταξωτό μαντίλι και το άπλωσε με ευλάβεια πάνω στο νεκρό πρόσωπο. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο που να μπορεί να κάνει. Έπειτα πρόσεξε ότι τραβώντας το μαντίλι από την τσέπη είχε βγάλει και κάτι άλλο. Ήταν μια φωτογραφία και, καθώς την ξανάβαζε στη θέση της, έριξε μια ματιά στο πρόσωπο που εικονιζόταν. Ήταν ένα γυναικείο πρόσωπο με μια παράδοξα απόκοσμη ομορφιά. Η γυναίκα ήταν ξανθιά με μάτια τοποθετημένα σε απόσταση το ένα από το άλλο. Φαινόταν σχεδόν κορίτσι ακόμα, και σίγουρα κάτω από τριάντα, ήταν όμως το συγκλονιστικό είδος της ομορφιάς της και όχι αυτή καθαυτή η ωραιότητα εκείνο που αιχμαλώτισε τη φαντασία του νεαρού. Με προσοχή και σεβασμό, ξανάβαλε τη φωτογραφία στην τσέπη απ’ όπου είχε βγει, κι έπειτα ξανακάθισε να περιμένει την επιστροφή του γιατρού.
Η ώρα περνούσε πολύ αργά, ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν στον εν αναμονή νεαρό. Επίσης, είχε μόλις θυμηθεί κάτι – ότι είχε υποσχεθεί στον πατέρα του να παίξει το εκκλησιαστικό όργανο στον εσπερινό των έξι, και τώρα ήταν έξι παρά δέκα. Φυσικά, δεδομένων των συνθηκών, ο πατέρας του θα έδειχνε κατανόηση, παρ’ όλα αυτά ο Μπόμπι ευχόταν να είχε θυμηθεί να τον ειδοποιήσει στέλνοντάς του ένα μήνυμα με τον γιατρό. Ο αιδεσιμότατος Τόμας Τζόουνς ήταν άνθρωπος με ιδιαίτερα νευρική ιδιοσυγκρασία. Ήταν από τα γεννοφάσκια του αγχώδης, κι όταν αγχωνόταν, ο πεπτικός μηχανισμός του κατέρρεε δημιουργώντας του μεγάλη δυσφορία. Μολονότι θεωρούσε τον πατέρα του ένα αξιοθρήνητο γέρικο γαϊδούρι, ο Μπόμπι έτρεφε για εκείνον πολύ τρυφερά συναισθήματα.