Την πέμπτη μέρα της βροχής αρχίζουν να βρίσκουν σαλιγκάρια ακόμα και μέσα στο σπίτι. Όλοι τους, σαν υπνωτισμένοι από το μονότονο ρυθμικό στάξιμο στη στέγη, τα παρακολουθούν ν’ ανεβαίνουν μ’ εκείνο το χαρακτηριστικό τους σούρσιμο πάνω στους τοίχους. Όταν όμως την έκτη μέρα ξυπνάνε αξημέρωτα σχεδόν από ένα γλοιώδες άγγιγμα στις πατούσες τους, τα παιδιά κοιτάζονται συνωμοτικά μεταξύ τους, και αμίλητα πιάνουν να μαζεύουν ένα ένα τα σαλιγκάρια με την προσήλωση χειρουργού. Όταν μπαίνει στο σπίτι ο μεγάλος τους ο αδερφός, ο Θοδωρής, τα έχουν ήδη μαζέψει και τα κρατάνε μέσα σ’ έναν μικρό μπόγο. «Να σας πάρει η ευχή! Στη μαντίλα μου, μωρέ, βρήκατε να βάλετε τα σαλιγκάρια;» Η Ζαμπία, η μάνα τους, αναστενάζει μισοκοιμισμένη. Δεν της κάνει καρδιά να τα μαλώσει περισσότερο.
«Ε, λοιπόν, σας υπόσχομαι πως αύριο θα φάμε φρεσκοψημένο ψωμί. Θα πάω στην Τριπολιτσά να φέρω αλεύρι» λέει ο Θοδωρής και τα αδέρφια του αρχίζουν να χοροπηδάνε φωνάζοντας χαρούμενα. Ο Θοδωρής παρασύρεται από τον ενθουσιασμό τους και γελάει μαζί τους. Η μάνα τον κοιτάζει απορημένη. «Δε βρέχει. Φτύνει σήμερα. Αργά ή γρήγορα θα ξεθυμάνει ο καιρός. Μέχρι το μεσημέρι, μη σου πω, θα έχει βγάλει ήλιο. Δεν υπάρχει λόγος να μην πάω, μάνα». Την έχει πάρει την απόφασή του. Όλο το προηγούμενο βράδυ σχεδόν δεν κοιμήθηκε. Είχε στημένο το αυτί του, με την ελπίδα πως θα ηρεμούσε επιτέλους ο καιρός και θα σταμάταγε να βρέχει. Πράγματι, εκεί λίγο πριν το ξημέρωμα δεν ακουγόταν τίποτα.
«Σταμάτησε η βροχή, ε, Θοδωράκη;» άκουσε τον Γιάννο να ψιθυρίζει δίπλα του. Μοιράζονταν το ίδιο στρώμα. Εκείνοι στο ένα κι η μάνα με την Ελένη και τον Χρήστο στο άλλο. Ο Γιάννος, αν κι ο μικρότερος, ήθελε να κοιμάται με τον Θοδωρή. «Δεν κοιμάσαι εσύ;» «Δεν μπορώ. Πονάει η κοιλιά μου». Ήξερε ο Θοδωρής γιατί πονούσε η κοιλιά του μικρού: από την πείνα. Όμως του είπε: «Κοιμήσου να σου περάσει». Σκέπασε τον Γιάννο και σηκώθηκε. Δεν τον χωρούσε ο τόπος. Έπρεπε να κάνει κάτι για να φάνε λίγο ψωμί. Τι κι αν ήταν μόνο δώδεκα χρονών; Ήταν ο μεγαλύτερος κι η μάνα δεν είχε κανέναν άλλον να τη συντρέξει.