μπαίνω στο αμάξι. To μοναδικό φως μες στη νύχτα έρχεται από το ηλεκτρονικό ρολόι στον αριστερό μου καρπό. Είναι 02.39. Το αμάξι το είχα αφήσει παρκαρισμένο στην κατηφόρα, για να μη χρειαστεί να περιμένω κοντά στον οικισμό. Ένα γύρισμα του κλειδιού στη μίζα και, για καλή μου τύχη, παίρνει μπρος με την πρώτη. Τσουλάω αργά στον λόφο που βρίσκεται στα αριστερά του σπιτιού κρατώντας σφιχτά το τιμόνι και τον λεβιέ. Ο ανεπαίσθητος ήχος από την επαφή του χώματος με τα λάστιχα μου δημιουργεί άγχος. Το ρελαντί δεν μπορεί να κρατήσει τις στροφές και, αν δεν μαρσάρω για να ζεσταθεί η μηχανή, το μοτέρ θα σβήσει. Έτσι γίνεται και τώρα. Ευτυχώς όμως αυτό το «τώρα» είναι στο τέλος του λόφου, κι όταν φτάνει η στιγμή να ξαναβάλω μπρος, είμαι αρκετά μακριά από τα σπίτια. Γυρίζω το κλειδί πατώντας δυο φορές το γκάζι, οι στροφές ανεβαίνουν. Ο θόρυβος από τη μηχανή χάνεται στον αέρα, μακριά από τα παραθυρόφυλλα των τελευταίων σπιτιών. Σε είκοσι λεπτά θα έχω φτάσει. Ξεκινώ ψάχνοντας έναν σταθμό στο ραδιόφωνο. Μάταια. Η κεραία είναι σπασμένη εδώ και δύο μήνες.
Ο αέρας ταρακουνά το αμάξι σε όλη τη διαδρομή, σαν βάρκα σε φουρτούνα. Ηρεμεί μόνο όταν ξεπροβάλλουν τα δύο βουνά στα δεξιά μου και εγκλωβίζουν τον άνεμο πίσω από τα βράχια τους. Λίγα χιλιόμετρα σε έναν άδειο δρόμο. Η νύχτα έχει απλωθεί και το σκοτάδι καλύπτει τον ορίζοντα. Τα δυο φώτα του αμαξιού είναι η μοναδική παραφωνία σε αυτό το πάρτι του σκότους. Η έξαψή μου που θα τον συναντήσω με κάνει να επιταχύνω. Σε δέκα λεπτά θα είμαι εκεί. Όταν φτάνω, παρκάρω πίσω από έναν θάμνο. Δεν θέλω να χαλάσω την έκπληξη. Βγαίνω από τη θέση του συνοδηγού και οι γόβες μου γδέρνονται πάνω στα χαλίκια. Πλησιάζω στον προορισμό μου. Νιώθω τον αέρα να χαϊδεύει τις γάμπες μου και να αναρριχάται στους μηρούς μου. Φτάνει στη γυμνή μου μέση και όλο μου το κορμί ανατριχιάζει.