Ο Κοριολανός έριξε τη χούφτα από λάχανο μέσα στην κατσαρόλα με βραστό νερό και ορκίστηκε ότι κάποια μέρα δε θα περνούσε ποτέ ξανά από τα χείλη του. Όμως, σήμερα δεν ήταν αυτή η μέρα. Έπρεπε να φάει ένα μεγάλο μπολ από αυτό το άνοστο πράγμα και να πιει κάθε σταγόνα του ζωμού, για να μη γουργουρίζει το στομάχι του κατά την τελετή του θερισμού. Αυτή ήταν μία από τις πολλές προφυλάξεις που έπαιρνε για να κρύψει το γεγονός ότι η οικογένειά του, παρόλο που κατοικούσε στο ρετιρέ της πιο πολυτελούς πολυκατοικίας της Κάπιτολ, ήταν φτωχή σαν τα αποβράσματα των περιοχών. Ότι στα δεκαοχτώ του ο κληρονόμος του άλλοτε σπουδαίου οίκου των Σνόου δεν μπορούσε να βασιστεί σε τίποτα για να ζήσει παρά μόνο στο μυαλό του.
Το πουκάμισό του για τον θερισμό τον ανησυχούσε. Είχε ένα ικανοποιητικό σκούρο επίσημο παντελόνι που είχε αγοράσει στη μαύρη αγορά πέρυσι, αλλά το πουκάμισο ήταν αυτό που κοιτούσαν όλοι. Ευτυχώς, η Ακαδημία παρείχε τις στολές που χρειαζόταν για καθημερινή χρήση. Για τη σημερινή τελετή, ωστόσο, οι σπουδαστές είχαν λάβει εντολή να ντυθούν κομψά αλλά με τη σοβαρότητα που υπαγόρευε η περίσταση. Η Τάιγκρις του είχε πει να της έχει εμπιστοσύνη, και της είχε. Η ικανότητα της ξαδέλφης του με τη βελόνα ήταν το μόνο πράγμα που τον είχε σώσει ως τώρα. Ωστόσο, δεν μπορούσε να περιμένει θαύματα.
Το πουκάμισο που είχαν ξεθάψει από τα βάθη της ντουλάπας –του πατέρα του, από καλύτερες μέρες– ήταν λεκιασμένο και κιτρινισμένο από τα χρόνια, τα μισά κουμπιά έλειπαν, ενώ στο ένα μανικέτι υπήρχε ένα κάψιμο από τσιγάρο. Υπερβολικά κατεστραμμένο για να πουληθεί ακόμα και στις χειρότερες εποχές, και θα ήταν το πουκάμισο που θα φορούσε στον θερισμό; Σήμερα το πρωί είχε πάει στο δωμάτιό της το χάραμα, για να διαπιστώσει ότι τόσο η ξαδέλφη του όσο και το πουκάμισό του έλειπαν. Δεν ήταν καλό σημάδι.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!