Η νεαρή ανύπαντρη κοπέλα απέναντι, καθισμένη στην πολυθρόνα του γραφείου μου, ομολογούσε με αμηχανία πως έχει ερωτικό δεσμό με έναν άντρα. «Και πού το πρόβλημα;» «Ο άντρας που αγαπάω είναι παντρεμένος… Έχει και παιδιά…» Όταν μου λένε τη λέξη αγαπάω, όχι απλά αγαπώ, αισθάνομαι ότι το αίσθημά τους είναι βαθιά ριζωμένο και ίσως πιο βασανισμένο απ’ όσο οι μέσες αγάπες. Το έχω προσέξει, ίσως και να κάνω λάθος. Το λένε αυθόρμητα έτσι, παρορμητικά, ασυνείδητα, γιατί τους παιδεύει. «Ο άντρας που αγαπάω», είπε, «είναι παντρεμένος… Έχει και παιδιά…» Κακώς, πολύ κακώς, και ανεπίτρεπτα, κατά τη δεοντολογία της ψυχολογικής θεραπείας που ακολουθώ, άνοιξα τα μάτια μου σαν να άκουγα το πιο απίθανο πράγμα του κόσμου και σχεδόν φώναξα: «Τι είναι αυτό που κάνεις στον εαυτό σου;… Πολύ λυπάμαι! Καλύτερα να μου έλεγες ότι πάσχεις από σωματική αρρώστια».
Η κοπέλα τρόμαξε. Τραβήχτηκε πιο πίσω στην πολυθρόνα της και με κοίταζε έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Πιο πολύ από φόβο για την αντίδρασή μου, παρά από λύπη για τα δικά της δεινά που την έφεραν απόψε μέχρι εμένα. Κρατούσε έτσι μαζεμένη μια θέση άμυνας ενώ εγώ συνέχιζα να μιλώ ταραγμένη. Καταντούσε γελοία η εικόνα μας, γιατί λογικά διαπραγματευόμασταν ένα υπερβολικά συνηθισμένο θέμα. Έχει γεμίσει ο κόσμος από μοιχείες, από τρίγωνα, κι όμως κι εγώ, πολλές φορές, περίπου έτσι αντιδρούσα, ιδίως όταν συμπαθούσα ιδιαίτερα το πρόσωπο που είχα απέναντι. Όπως τώρα. «Πραγματικά λυπάμαι…» έκανα, όσο προσπαθούσα να συγκεντρώσω λίγη αυτοκυριαρχία επιτέλους. «Συγγνώμη», ψιθύρισε εκείνη και ζάρωσε όσο δεν παίρνει στην πολυθρόνα. «Συγγνώμη…» «Από τον εαυτό σου να ζητήσεις συγγνώμη», άναψα πάλι. «Καταλαβαίνεις τι του κάνεις; Καταλαβαίνεις;»