Ήταν μια κρύα ηλιόλουστη μέρα του Απριλίου και τα ρολόγια σήμαιναν μία το μεσημέρι. Ο Ουίνστον Σμιθ, με το πηγούνι κολλημένο στο στέρνο καθώς πάσχιζε να γλιτώσει απ’ τον τρισάθλιο άνεμο, διέσχισε βιαστικά τις τζαμόπορτες του Μεγάρου Νίκης, αν και δε στάθηκε αρκετά γρήγορος – ένας στρόβιλος τραχιάς σκόνης μπήκε μαζί του στο κτίριο. Ή είσοδος μύριζε βραστό λάχανο και πολυκαιρισμένες κουρελούδες. Στη μια της άκρη, μία έγχρωμη αφίσα, υπερβολικά μεγάλη για έκθεση σε εσωτερικό χώρο, ήταν κολλημένη στον τοίχο. Απεικόνιζε μόνο ένα πελώριο πρόσωπο, με πάνω από ένα μέτρο πλάτος: το πρόσωπο ενός άνδρα γύρω στα σαράντα πέντε, με χοντρό μαύρο μουστάκι και αδρά, γοητευτικά χαρακτηριστικά. Ο Ουίνστον κατευθύνθηκε προς τη σκάλα. Δεν είχε νόημα να δοκιμάσει το ασανσέρ. Ακόμα και στα καλύτερά του σπανίως λειτουργούσε, κι επί του παρόντος το ρεύμα κοβόταν στη διάρκεια της ημέρας. Ήταν μέρος της πρωτοβουλίας εξοικονόμησης ενέργειας, στο πλαίσιο προετοιμασίας για την Έβδομάδα Μίσους. Το διαμέρισμα ήταν στον έβδομο όροφο, κι ο Ουίνστον, τριάντα εννέα ετών και μ’ έναν εξελκωμένο κιρσό πάνω απ’ τον δεξιό του αστράγαλο, άρχισε ν’ ανεβαίνει τα σκαλιά αργά αργά, στέκοντας κάμποσες φορές καθ’ οδόν για να ξαποστάσει.
Σε κάθε πλατύσκαλο, αντίκρυ απ’ το φρεάτιο του ασανσέρ, η αφίσα με το πελώριο πρόσωπο σε κάρφωνε απ’ τον τοίχο με το βλέμμα. Ήταν μία απ’ αυτές τις τόσο επιτηδευμένες ζωγραφιές που τα μάτια σε ακολουθούν στον χώρο. Ο ΜΈΓΑΛΟΣ ΑΔΈΛΦΟΣ ΣΈ ΒΛΈΠΈΊ, έγραφε η λεζάντα στη βάση. Στο διαμέρισμα, μια γλυκερή φωνή διάβαζε μια λίστα αριθμών που είχαν κάποια σχέση με την παραγωγή χυτοσιδήρου. Ή φωνή έβγαινε από μία ορθογώνια μεταλλική πλάκα σαν θαμπό καθρέφτη, που αποτελούσε μέρος της επιφάνειας του δεξιού τοίχου. Ο Ουίνστον γύρισε έναν διακόπτη και η φωνή χαμήλωσε λιγάκι, αν και οι λέξεις που πρόφερε διακρίνονταν ακόμα. Στη συσκευή (τηλεοθόνη όπως λεγόταν) υπήρχε η δυνατότητα ελάττωσης της έντασης, μα ήταν αδύνατον να κλείσει τελείως.