Αγόρασα την 55άρα TCL P610 ως επί το πλείστον, για επίγεια και δορυφορική τηλεθέαση, (άντε και καμιά παρακολούθηση ταινίας με screening), αντικαθιστώντας μια 15χρονη (αλλά πανάκριβη!) 47ιντσών Toshiba.
Πρώτες εντυπώσεις: Αρκετά λεπτή, πανάλαφρη και ενεργειακά οικονομικότερη σε σχέση με παλαιότερες τηλεοράσεις.
Αργός δέκτης. Οι εναλλαγή των καναλιών γίνεται απελπιστικά αργά κι αυτό μου κάνει τρομερή εντύπωση. Δεν ξέρω αν είναι ζήτημα λογισμικού ή ταχύτητας επεξεργαστή, πάντως με αυτήν την τηλεόραση, το ζάπινγκ είναι σκέτο μαρτύριο!
Παραδόξως, τα επίγεια HD κανάλια της Digea, δείχνουν ελαφρώς ευκρινέστερα από αρκετά ξένα δορυφορικά HD! Στα ελάχιστα δορυφορικά UHD όμως που εκπέμπουν ελεύθερα (NASA TV, QVC, Hotbird 4K1), η ποιότητα απογειώνεται, οπότε εκεί δεν τίθεται πιά ζήτημα σύγκρισης. Στα SD κανάλια, η ποιότητα παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του upscaling, αυτή παραμένει μετριότατη.
Με τις εργοστασιακές ρυθμίσεις απείραχτες, τα χρώματα είναι φτωχά και άψυχα. Μέτρια η φωτεινότητα. Καλούτσικη η αντίθεση ασπρόμαυρου. Θολή η κίνηση ακόμα και σε HD ανάλυση: Σε αγώνες π.χ. ποδοσφαίρου όταν κινούνται οι παίκτες ταχύτατα, δεν αναγνωρίζεις ούτε το νούμερο της φανέλας!
Οπότε, απαιτείται αρκετό ψάξιμο και πειραματισμός με τις ρυθμίσεις της εικόνας, για να πετύχει κάποιος το ποθητό και «ιδανικό» για τα κριτήρια του καθενός αποτέλεσμα. Αλλά και πάλι, επειδή κάθε κανάλι εκπέμπει με τις δικές του συγκεκριμένες παραμέτρους, παρατηρείται μια συνεχής διακύμανση στην ποιότητα, όχι μόνο από κανάλι σε κανάλι, αλλά μερικές φορές ακόμα και από πλάνο σε πλάνο! Τελικά, έχω την εντύπωση, οτι όλα αυτά τα σύγχρονα πολυδιαφημισμένα (HDR, HLG, microdiming) συστήματα βελτίωσης της εικόνας, με τους εξωτικούς αλγόριθμους, προκαλούν με τις συνεχείς παρεμβάσεις τους μια ασταθή, ανομοιογενή και εκνευριστική αυξομειώση φωτεινότητας, μια θολή αφύσικη οπτική εμπειρία, η οποία για μας τους παλιούς που μεγαλώσαμε με τα σταθερά, ζωηρά χρώματα των κινηματογραφικών προβολών και της αναλογικής τηλεόρασης, ξενίζει!
Ο ήχος είναι ικανοποιητικός, για αυτή την κατηγορία. Βέβαια για τους μουσικόφιλους, μια εξωτερική ηχητική μπάρα, κρίνεται απολύτως απαραίτητη.
Καλή επίσης η συνδεσιμότητα (wifi, hdmi, usb) και άμεση η αναγνώριση άλλων συσκευών. Στενό το τηλεχειριστήριο που κάνει (μέχρι να το συνηθίσεις) προβληματικό τον χειρισμό στο σκοτάδι. Ειδικά η πλοήγηση στο διαδίκτυο με τον εγκατεστημένο browser (ο οποίος μάλιστα κάποιες φορές κολλάει) γίνεται πολύ δύσκολα. Ευτυχώς που ο χειρισμός μπορεί να γίνει (πολύ πιο άνετα) και από την οθόνη του κινητού, μετά από εγκατάσταση της σχετικής εφαρμογής.
Με τα video games δεν έχω σχέση, αλλά αν κρίνω από την απόδοση της οθόνης στα γραφικά, υποθέτω οτι τα πάει αρκετά καλά. Τώρα, ένα από τα σοβαρότερα μειονεκτήματα κατά τη γνώμη μου, στη χρήση αυτής της τηλεόρασης, είναι πως δεν υπάρχει η δυνατότητα δημιουργίας διαφορετικών αγαπημένων λιστών καναλιών (π.χ. «αθλητικά», «σινεμά», «ειδησεογραφικά», «αγγλόφωνα», «γερμανόφωνα», «γαλλόφωνα» κλπ.) όπως σε άλλες τηλεοράσεις ή δέκτες. Ούτε καν η δημιουργία έστω μιας μοναδικής, αλλά μεικτής λίστας (επίγειων-δορυφορικών-καλωδιακών) καναλιών. Δεν υπάρχει δηλ. καμία ευελιξία στην ταξινόμηση και οργάνωση των καναλιών.
Συμπέρασμα: αν παραβλέψουμε την βραδύτητα εναλλαγής καναλιών και την απουσία αγαπημένων λιστών, η τηλεόραση αυτή για την τιμή της (400€), αποτελεί μια καλή λύση για απλή συμβατική τηλεθέαση. Για τους απαιτητικότερους χρήστες που χρησιμοποιούν μια τηλεόραση σαν «πολυεργαλείο», ή σκοπεύουν να προσομοιάσουν μια κινηματογραφική οπτική εμπειρία, θα πρότεινα κάτι ακριβότερο και πιό αξιόπιστο.