Το βιβλίο αυτό το πρωτοσκέφτηκα πριν από δέκα χρόνια ως ένα δώρο που ήθελα να κάνω στη μητέρα μου για τα ογδοηκοστά της γενέθλια. Της το πρωτοείπαμε με την αδελφή μου την Κατερίνα, που θα αναλάμβανε τις συνταγές στις 29 Νοεμβρίου του 2010, ημέρα των γενεθλίων της. Έγραφα τότε στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης: Σήμερα η μητέρα μου γίνεται ογδόντα ετών και σε λίγες ώρες φεύγω από το Παρίσι για την Αθήνα. Μία σκέψη με βασανίζει και με ξυπνάει από τα χαράματα: Το δώρο, δεν έχω πάρει δώρο! Σίγουρα θα περάσω από το καλό «τυράδικο», όχι το καλύτερο, γιατί είναι κλειστό τη Δευτέρα, να αγοράσω γαλλικό τυρί. Το βραδάκι θα βρεθούμε με τον πατέρα μας και τα αδέλφια μου στο νοσοκομείο, όπου για άλλη μια φορά βρίσκεται με σπασμένο πόδι η μητέρα μου, κατάκοιτη εδώ και δυόμισι μήνες.
Εκεί θα γιορτάσουμε τα γενέθλιά της. Ένα μπουκάλι καλό κόκκινο κρασί, η Κατερίνα και η Ντόρα θα φροντίσουν σαλαμάκια και αλλαντικά, εγώ θα φέρω το τυρί. Είναι το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε. Δε φτάνει όμως. Οι σκέψεις μου τρέχουν. Τι είναι αυτό που μπορώ να κάνω για να τη βοηθήσω πραγματικά σε αυτή τη δύσκολη στιγμή που περνάει; Τι είναι αυτό που θα μπορούσε να της δώσει μια προοπτική, να τη βοηθήσει να ξαναβρεί το κέφι της για τη ζωή, τη δύναμη να δώσει άλλη μια μάχη και να την κάνει να ξαναγυρίσει κοντά μας, στο σπίτι της;