«Οι άνθρωποι πλάσματα του Θεού είμαστε, περαστικοί από τούτον τον κόσμο, τα πόδια στη γη να τα βαστάμε, το βλέμμα στα ουράνια στραμμένο όμως», αυτή ήταν πάντα η κουβέντα του πατέρα Αναστάσιου, του παππούλη μου, συχνά πυκνά τον άκουγα να την ξεστομίζει σαν προτροπή και σαν ορμήνια κάθε που στεκόμασταν ψηλά, στον λόφο του μοναστηριού, κι αγναντεύαμε το τσιφλίκι και τη λίμνη ν’ αγκαλιάζουν τη μεγάλη πολιτεία, τα ξακουσμένα Γιάννενα. Μα ’γώ δεν είμαι άνθρωπος, αερικό είμαι, την κεφαλή μου ναι, την κεφαλή μου στα ουράνια στραμμένη την έχω, από Εκείνον καρτερώ βοήθεια, από Εκείνον προστασία για να διαβώ αθέατη κι αόρατη μέσα απ’ τ’ αγριεμένα, τα σιδερόφραχτα ασκέρια που περιζώνουν τη μεγάλη πολιτεία, γυρεύοντας να την πατήσουν με φωτιά και μαχαίρι. Αερικό είμαι, ναι, για τούτο μήτε τα πόδια μου τα βαστάω τώρα στη γη, μόλις που την αγγίζουν, μόλις που τη νιώθουν, καθώς ροβολάω λαφιασμένη το ύψωμα του μοναστηριού, φευγατισμένη μες στο πυκνό σκοτάδι.
Αερικό ήμουν πάντα, δέντρο νόμιζα κάποτε, με ρίζες γερά στο χώμα του τσιφλικιού και του κάμπου απλωμένες. Παυλή θαρρούσα πως λέγαν τον πατέρα μου, Χρυσάνθη τη μάνα μου, τον Φίλιο αγαπούσα από τσουπρί, κείνος θαρρούσα άντρας μου θα γίνει και θα μπλέξουμε τις ρίζες μας, σε τούτον δω τον κάμπο θ’ ανθίζαν τα κλωνιά μας και θα βλασταίναν οι σπόροι μας. Πόσο λάθος έκαμα. Έφτασε η άγρια πεθυμιά του κεχαγιά μας στο τσιφλίκι, δούλα και μορόζα να με πάρει στο κονάκι του. Έφτασε το ανεπιφύλακτο σκύψιμο κι η κατάνευση κείνων που θαρρούσα γονιούς μου. Τότε τα σκοτάδια χάθηκαν κι η τρομερή αλήθεια κίνησε να φανερώνεται μπρος στα απόπληχτα μάτια μου. Μήτε ο Παυλής κι η Χρυσάνθη ήταν γονέοι μου, μήτε ο Φίλιος μ’ αγαπούσε καθώς ανέμυαλα πίστευα, φριχτά όλοι τους με πρόδωσαν, με φριχτά ψέματα με βύζαξαν, μ’ αυτά με πότισαν, μ’ αυτά με τράνεψαν.