Ο κύριος Μόρλεϊ δεν είχε και την καλύτερη διάθεση την ώρα του πρωινού. Παραπονέθηκε για το μπέικον, αναρωτήθηκε για ποιον λόγο ο καφές έμοιαζε με υγρή λάσπη και σχολίασε ότι τα δημητριακά δεν τρώγονταν με τίποτα.
Ο κύριος Μόρλεϊ ήταν ένας μικρόσωμος άνδρας με αποφασιστική έκφραση και εριστικό πιγούνι. Η αδελφή του, που του κρατούσε το νοικοκυριό, ήταν μια γεροδεμένη γυναίκα που θύμιζε θηλυκό γρεναδιέρο. Έριξε μια σκεπτική ματιά στον αδελφό της και τον ρώτησε μήπως αναγκάστηκε να κάνει πάλι μπάνιο με κρύο νερό.
Κάπως απρόθυμα, ο κύριος Μόρλεϊ απάντησε αρνητικά. Στη συνέχεια έριξε μια ματιά στην εφημερίδα του και σχολίασε ότι η κυβέρνηση έμοιαζε να περνάει από την ανικανότητα στην αδιαμφισβήτητη ηλιθιότητα! Η δεσποινίς Μόρλεϊ του απάντησε με τη βαθιά φωνή της πως αυτά που έλεγε ήταν απαράδεκτα!
Ως γυναίκα, θεωρούσε ανέκαθεν ότι όποια κυβέρνηση κι αν τύχαινε να είναι στα πράγματα παρήγε σαφώς χρήσιμο έργο. Ζήτησε, λοιπόν, από τον αδελφό της να της εξηγήσει γιατί η τρέχουσα πολιτική της κυβέρνησης ήταν ατελέσφορη, ανόητη, ηλίθια και εντέλει αυτοκτονική!
Αφού ο κύριος Μόρλεϊ της απάντησε αναλυτικά για καθένα από αυτά, έβαλε ένα δεύτερο φλιτζάνι από τον απαίσιο καφέ και έβγαλε επιτέλους από μέσα του αυτό που πραγματικά τον βάραινε.