«Εύκολο είναι να λέω ότι δε θα το ανεχτώ, αλλά τι μπορώ να κάνω;»
Ξαφνικά ένιωσε μόνη, ανήμπορη, τελείως εγκαταλειμμένη. Πήρε αργά την πρωινή εφημερίδα για να διαβάσει, όχι για πρώτη φορά, μια αγγελία στην πρώτη σελίδα. «Εξωφρενικό!» είπε η κυρία Πάκινγκτον. «Τελείως εξωφρενικό». Και μετά: «Σε τελική ανάλυση, όμως, θα μπορούσα απλώς να ρίξω μια ματιά…»
Πράγμα που εξηγεί γιατί στις έντεκα η ώρα η κυρία Πάκινγκτον έμπαινε, λιγάκι νευρική, στο γραφείο του κυρίου Πάρκερ Πάιν. Όπως είπαμε, η κυρία Πάκινγκτον ήταν νευρική, αλλά για κάποιο λόγο η θέα του κυρίου Πάρκερ Πάιν και μόνο την καθησύχασε. Ήταν μεγαλόσωμος, ίσως ακόμη και ευτραφής. Είχε φαλακρό κεφάλι σεβαστών διαστάσεων, φορούσε γυαλιά με χοντρούς φακούς, και στα μάτια του υπήρχε μια εύθυμη λάμψη.
«Παρακαλώ, καθίστε», είπε. «Ήρθατε για την αγγελία;» ρώτησε για να τη διευκολύνει. «Ναι», απάντησε η κυρία Πάκινγκτον, και σταμάτησε εκεί. «Και δεν είστε ευτυχισμένη», είπε ο κύριος Πάρκερ Πάιν με έναν χαρούμενο, πρακτικό τόνο. «Ελάχιστοι είναι. Θα ξαφνιαζόσασταν αν ξέρατε πόσο λίγοι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι». «Αλήθεια;» είπε η κυρία Πάκινγκτον, παρόλο που δεν είχε σημασία αν οι άλλοι ήταν ευτυχισμένοι ή όχι.
«Ξέρω, δε σας ενδιαφέρει αυτό», είπε ο κύριος Πάρκερ Πάιν, «είναι όμως πολύ ενδιαφέρον για μένα. Βλέπετε, επί τριάντα πέντε χρόνια εργαζόμουν συγκεντρώνοντας στατιστικά στοιχεία σε μια κυβερνητική υπηρεσία. Τώρα είμαι συνταξιούχος και σκέφτηκα να χρησιμοποιήσω με έναν νέο τρόπο την πείρα που απέκτησα. Είναι πολύ απλό. Η δυστυχία εντάσσεται πάντα σε πέντε πιθανές κατηγορίες – σας διαβεβαιώνω, όχι παραπάνω. Αφού εντοπίσεις το αίτιο του προβλήματος, η λύση δεν είναι αδύνατη.»