«Απίστευτο», είπε η Τάπενς. «Πόσο χώρο πιάνουν εννοείς;»
«Ναι».
«Προσπαθείς να τα τοποθετήσεις όλα σε ράφια;»
«Ούτε που ξέρω τι προσπαθώ να κάνω», είπε η Τάπενς. «Και αυτή είναι η δυσκολία. Το να μην ξέρεις τι ακριβώς θέλεις να κάνεις. Ουφ πια», είπε αναστενάζοντας.
«Ειλικρινά», είπε ο άντρας της, «εγώ πίστευα ότι αυτό ακριβώς ήταν ίδιον του χαρακτήρα σου. Ανέκαθεν το πρόβλημα μ’ εσένα ήταν πως πάντα ήξερες και παραήξερες τι ήταν αυτό που εσύ ήθελες να κάνεις».
«Αυτό που θέλω να πω είναι», είπε η Τάπενς, «ότι γερνάμε, ότι μας πιάνουν κάποια –ε, ας το παραδεχτούμε– ρευματικά, ειδικά όταν πάμε να τεντωθούμε, καταλαβαίνεις, όταν τεντωνόμαστε για να τοποθετήσουμε βιβλία ή για να βγάλουμε κάτι από τα ράφια ή όταν γονατίζουμε για να βρούμε κάτι στα χαμηλά ράφια και ύστερα δεν μπορούμε να σηκωθούμε παρά με δυσκολία».
«Ναι, ναι», είπε ο Τόμι, «σαν γενικός απολογισμός των ικανοτήτων μας σωστός μου φαίνεται. Αυτό ήθελες να πεις από την αρχή;»
«Όχι, δεν είναι αυτό που άρχισα να λέω. Αυτό που άρχισα να λέω ήταν πως είναι υπέροχο να μπορείς να αγοράζεις ένα καινούργιο σπίτι και να το βρίσκεις ακριβώς στο σημείο που πάντα ήθελες να ζεις, και να είναι το σπίτι που πάντοτε ονειρευόμασταν να έχουμε, επιφέροντας, βέβαια, κάποιες ελάχιστες μεταβολές».