Ο κύριος Σάτερθγουεϊτ ήταν εξήντα δύο ετών – ένας καμπούρης, αποξηραμένος άντρας, μ’ ένα φιλοπερίεργο, αλλόκοτο πρόσωπο που θύμιζε ξωτικό, κι ένα παθιασμένο, ασυμμάζευτο ενδιαφέρον για τις ζωές των άλλων. Σ’ όλη τη ζωή του, τρόπον τινά, καθόταν στην πρώτη σειρά της πλατείας, χαζεύοντας τα διάφορα δράματα της ανθρώπινης φύσης που εκτυλίσσονταν μπροστά του. Ο ρόλος του ήταν ανέκαθεν αυτός του παρατηρητή. Μόνο τώρα, με τα γηρατειά να τον αδράχνουν, ένιωθε να τον αιφνιδιάζει μια επικριτική διάθεση απέναντι στο θέατρο που του υπέβαλλαν οι άλλοι. Τώρα απαιτούσε κάτι διαφορετικό, μια ιδέα ασυνήθιστο. Αναμφίβολα, ήταν χαρισματικός ερμηνευτής αυτών των καταστάσεων. Ήξερε ενστικτωδώς πότε τα στοιχεία του δράματος ήταν ανά χείρας. Απ’ την ώρα που έφτασε στο Ρόιστον, το απόγευμα, αυτή η παράξενη διαίσθηση τον ανατάραζε, προστάζοντάς τον να είναι σε ετοιμότητα. Κάτι το ενδιαφέρον συνέβαινε ή έμελλε να συμβεί.
Η σύναξη δεν ήταν πολυπληθής. Παρόντες ήταν ο Τομ Ίβσαμ, ο γλυκομίλητος, καλοδιάθετος οικοδεσπότης τους, κι η βλοσυρή, πολιτικοποιημένη του σύζυγος – η λαίδη Λόρα Κιν, όπως ονομαζόταν προ του γάμου της. Ο σερ Ρίτσαρντ Κόνγουεϊ, στρατιωτικός, ταξιδευτής και αθλητής, κι έξι εφτά νέοι, τα ονόματα των οποίων ο κύριος Σάτερθγουεϊτ δεν είχε πιάσει, κι έπειτα οι Πόρταλ. Οι Πόρταλ ήταν το αντικείμενο του ενδιαφέροντος του κυρίου Σάτερθγουεϊτ. Δεν είχε ξανασυναντήσει τον Άλεξ Πόρταλ, αλλά ήξερε τα πάντα γι’ αυτόν. Είχε γνωρίσει προσωπικά τον πατέρα και τον παππού του. Ο Άλεξ Πόρταλ ήταν το αναμενόμενο τέκνο των προγόνων του. Ένας άντρας κοντά στα σαράντα, ξανθός και γαλανομάτης, όπως όλοι οι Πόρταλ, αθλητικός, δυνατός στα σπορ, δίχως ίχνος φαντασίας.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!