«Ο επιθεωρητής Μαγκράθ δεν δουλεύει εδώ, έξι χρόνια τώρα» είπε ο Ρέμπους στο τηλέφωνο.
«Μπορεί να μιλήσει με κάποιον άλλον, τότε;».
«Είμαστε λίγο απασχολημένοι εδώ πέρα – περί τίνος πρόκειται;»
«Αγνοούμενο άτομο».
«Δεν είναι της δικαιοδοσίας μας, θα έλεγα».
«Απ’ ό,τι φαίνεται έχει συναντηθεί με τον επιθεωρητή Μαγκράθ. Της έχει δώσει την κάρτα του».
«Πώς λέγεται η κυρία;» ρώτησε ο Ρέμπους.
«Νίνα Χάζλιτ».
«Νίνα Χάζλιτ;» επανέλαβε ο Ρέμπους για να το ακούσει ο Πίτερ Μπλις. Ο Μπλις το σκέφτηκε λίγο κι ύστερα κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι του.
«Πώς μπορούμε να τη βοηθήσουμε;» ρώτησε ο Ρέμπους.
«Δεν θα ήταν πολύ πιο εύκολο να τη ρωτήσετε εσείς;»
Ο Ρέμπους το σκέφτηκε για μια στιγμή. Ο Μπλις καθόταν στο γραφείο του κι άνοιγε το σάντουιτς με τις γαρίδες – αυτό έπαιρνε πάντα από το κυλικείο. Σύντομα θα εμφανιζόταν ο Κάουαν με τα δάχτυλά του να μυρίζουν πατατάκια με γεύση μπέικον. Ίσως μια βόλτα κάτω να μην ήταν και τόσο άσχημη ιδέα.
«Σε πέντε» είπε κι έκλεισε το τηλέφωνο. Ρώτησε τον Μπλις αν το γραφείο είχε ασχοληθεί ποτέ με υποθέσεις αγνοουμένων.