Μολονότι διετέλεσα παπαδάκι έως τα δεκατέσσερά μου χρόνια –συνήθως τα παπαδάκια συνταξιοδοτούνται νωρίτερα–, ομολογώ ότι δεν εμφορούμαι από κανένα θρησκευτικό συναίσθημα. Ακόμα και την εποχή που σήκωνα το εξαπτέρυγο, είχα την αίσθηση ότι συμμετείχα σε μιαν άλλου τύπου σχολική παράσταση, σαφώς λιγότερο διασκεδαστική από τις φουστανελάδικες (εκεί διάφορα ατυχήματα, όπως το σκίσιμο του βαμβακερού καλσόν, προσέδιδαν σχεδόν πάντοτε μια εύθυμη νότα). Όσο βαθιά και να σκάψω στη μνήμη μου, δεν θυμάμαι ούτε μία Κυριακή –τις υπόλοιπες ημέρες, ευτυχώς, ήμουν ελεύθερος υπηρεσίας– που να ένιωσα ότι επικοινωνώ ή κοντεύω να επικοινωνήσω με το Θείον. Ήμουν –και παραμένω– ένας μεταφυσικός στόκος. Με παρηγορεί μονάχα η ιδέα πως δεν αποτελώ είδος υπό εξαφάνισιν. Μια γύρα να κάνετε στις εκκλησίες και στα κατηχητικά, και θα εντοπίσετε πολλούς σαν κι εμένα. Ξεχωρίζουν από μακριά. Χασμουριούνται, σχεδιάζουν καραγκιοζάκια. Βλαστημούν νοερά τους γονείς τους που δεν τους έστειλαν στους προσκόπους. Χαμένες ψυχές. Τελειωμένες.
Δεν είχα διαβάσει τότε τα τέσσερα Ευαγγέλια. Τον καιρό που άρχισα να διαβάζω συστηματικά –στην εφηβεία μου–, περισσότερο ορθολογιστικά ευαγγέλια ήταν της μόδας. Ασφαλώς και περισσότερο κακογραμμένα. Ο πιο κακογράφος από τους μοδάτους ευαγγελιστές ήταν αναντίρρητα ο Βλαδίμηρος Ίλιτς Ουλιάνοφ. Έκανε καριέρα ως Λένιν. Έγραφε ακατάσχετα, με την παραμικρή αφορμή, και το ύφος του –κοφτό, νευρικό, άμεσο– προσιδίαζε σε οφθαλμίατρο ή ορθοπεδικό που συμπληρώνει βιαστικά το βιβλιάριό σου κι έχει κιόλας τον νου του στον επόμενο πελάτη. Σου μετέδιδε όμως έτσι και τον χαρακτήρα του κατεπείγοντος – να, έλεγες, η επανάσταση βρίσκεται προ των πυλών, στρίβει οσονούπω από την Πατησίων, ανηφορίζει τη Σταδίου, κατευθύνεται προς το Σύνταγμα… Ο Λένιν ήταν εξαιρετικά δημοφιλής ανάμεσα σ’ εμάς, τα μεταμελημένα παπαδάκια, που είχαμε ήδη μπουχτίσει με τις φλου εξαγγελίες για τη Δευτέρα Παρουσία.