Ο Ηρακλής Πουαρό βγήκε από το εστιατόριο Η γριά γιαγιάκα του Σόχο. Σήκωσε τον γιακά του παλτού του περισσότερο από σύνεση παρά από ανάγκη, καθώς η νύχτα ήταν γλυκιά. «Αλλά στην ηλικία μου… δεν το διακινδυνεύεις», θα έλεγε ο Πουαρό. Τα μάτια του καθρέφτιζαν μια νυσταλέα ηδονή. Τα σαλιγκάρια στη Γιαγιάκα ήταν θεσπέσια. Τρομερή ανακάλυψη αυτό το μικρό, φτηνιάρικο ρεστοράν. Στοχαστικά, σαν καλοταϊσμένος σκύλος, ο Ηρακλής Πουαρό έγλειψε κυκλικά τα χείλη του. Βγάζοντας το μαντίλι από την τσέπη, σκούπισε το πληθωρικό μουστάκι του. Ναι, είχε δειπνήσει καλά… Και τώρα, τι; Ένα ταξί, προσπερνώντας τον, επιβράδυνε δελεαστικά. Ο Πουαρό δίστασε προς στιγμήν, μα δε σήκωσε το χέρι. Γιατί να πάρει ταξί; Έτσι κι αλλιώς, όταν θα έφτανε σπίτι, θα ήταν ακόμα πολύ νωρίς για ύπνο. «Δυστυχώς», μουρμούρισε ο Πουαρό στα μουστάκια του, «ο άνθρωπος μπορεί να τρώει μόνο τρεις φορές τη μέρα…» Διότι το γεύμα που συνόδευε το απογευματινό τσάι δεν το είχε συνηθίσει ποτέ. «Αν γευματίσεις στις πέντε, δε γίνεται», εξηγούσε, «να προσεγγίσεις το δείπνο με τη δέουσα ποσότητα ανυπόμονων γαστρικών υγρών. Και το δείπνο, θυμίζω, είναι το πρωτεύον γεύμα της ημέρας!
Ούτε ο καφές των δέκα το πρωί τού ταίριαζε. Όχι – σοκολάτα και κρουασάν για πρωινό, μεσημεριανό στις δώδεκα και μισή, ει δυνατόν, αλλά σαφώς όχι μετά τη μία, και, τέλος, το αποκορύφωμα: το ντινέ! Αυτές ήταν οι κορυφαίες περίοδοι στη διάρκεια της ημέρας του Ηρακλή Πουαρό. Άνθρωπος που ανέκαθεν έπαιρνε στα σοβαρά το στομάχι του έδρεπε τους καρπούς στην ώριμη ηλικία. Το φαγητό δεν ήταν πλέον απλώς και μόνο μια σωματική ηδονή, μα και μια διανοητική αναζήτηση. Διότι, μεταξύ των γευμάτων, περνούσε κάμποσο χρόνο ερευνώντας και καταγράφοντας πιθανές πηγές νέων και λαχταριστών τροφών. Η Γριά γιαγιάκα ήταν προϊόν μίας εξ αυτών των αναζητήσεων και το εστιατόριο είχε μόλις λάβει τη σφραγίδα της γαστρονομικής έγκρισης του Ηρακλή Πουαρό. Μα τώρα, δυστυχώς, έπρεπε να περάσει και τη βραδιά του.