Ο ήλιος του Σεπτεμβρίου έψηνε το αεροδρόμιο Λε Μπουρζέ την ώρα που οι επιβάτες προχωρούσαν και επιβιβάζονταν στο αεροσκάφος Προμηθέας, το οποίο επρόκειτο να αναχωρήσει μέσα στα επόμενα λεπτά, με προορισμό το Κρόιντον. Η Τζέιν Γκρέι ήταν από τους τελευταίους επιβάτες που εισήλθαν στην καμπίνα και κατευθύνθηκε στο κάθισμά της, στον αριθμό 16. Ορισμένοι από τους επιβάτες είχαν ήδη περάσει από την εσωτερική πόρτα, μπροστά από τη στενόχωρη αποθήκη-κουζίνα και τις δύο τουαλέτες, προκειμένου να φτάσουν στο μπροστινό τμήμα της καμπίνας. Οι περισσότεροι είχαν ήδη καθίσει. Από την απέναντι πλευρά του διαδρόμου ακούγονταν σκόρπιες κουβέντες, με τη μάλλον στριγκή φωνή μιας γυναίκας να κυριαρχεί. Τα χείλη της Τζέιν στράβωσαν ελαφρά. Γνώριζε πολύ καλά τον συγκεκριμένο τύπο φωνής.
«Αγαπητή μου… οποία έκπληξη! Ιδέα δεν είχα! Πού, είπατε; Ζουάν λε Πεν; Α, ναι. Όχι… Λε Πινέ… Ναι, τα ίδια άτομα, στην ουσία… Μα, βεβαίως, ας καθίσουμε μαζί. Αχ, δε γίνεται; Ποιος… Α, μάλιστα…» Και ύστερα, μια αντρική φωνή… με ξενική προφορά, ευγενική: «Ευχαρίστως, μαντάμ». Η Τζέιν έριξε μια κλεφτή ματιά με την άκρη του ματιού της. Ένας βραχύσωμος ηλικιωμένος άντρας με μεγάλο μουστάκι και ωοειδές κεφάλι μεταφερόταν μαζί με τις αποσκευές του από το κάθισμα αντικριστά σε εκείνο της Τζέιν στην απέναντι πλευρά του διαδρόμου.
Η Τζέιν έστρεψε ελαφρά το κεφάλι της και κατόρθωσε να διακρίνει τις δύο γυναίκες, η απρόσμενη συνάντηση με τις οποίες είχε προκαλέσει αυτή την ευγενική κίνηση από την πλευρά του άγνωστου άντρα. Η αναφορά στο Λε Πινέ είχε κεντρίσει την περιέργειά της, καθώς και η ίδια η Τζέιν είχε βρεθεί στο Λε Πινέ. Θυμόταν ακριβέστατα τη μία από τις γυναίκες, θυμόταν την τελευταία φορά που την είχε δει, στο τραπέζι του μπακαρά, με τα καθωσπρέπει χέρια της να σφίγγονται και να ξεσφίγγονται, ενώ το διακριτικά μακιγιαρισμένο πρόσωπό της, που θύμιζε ακριβή πορσελάνη, φούντωνε και χλόμιαζε εναλλάξ.