Τεργέστη, άνοιξη του 1827
Με κόπο ανοίγει τα βλέφαρά του. Οι εφιάλτες, που στοίχειωναν τον ύπνο και τον ξύπνο του μήνες τώρα, αρχίζουν επιτέλους ν’ αραιώνουν. Τώρα πλέον πέφτει άνευρος κι εξουθενωμένος στο μπαμπακόστρωμά του και τον παίρνει ένας ύπνος που τον σπρώχνει σε βάραθρα σκοτεινιασμένα, σε τόπους ερημίας.
Ανοίγει με κόπο τα βλέφαρά του και πιέζει με δύναμη τους αντίχειρες στα πρησμένα μάτια του. Ώρα μετά, καταφέρνει να βρει δύναμη στο παραλυμένο κορμί του, να σηκωθεί στα πόδια του. Στέκεται για μια στιγμή ασάλευτος, σάμπως να έχουν πετρώσει το σώμα κι η ψυχή του ξαφνικά, αργά σηκώνει το σακατεμένο χέρι του και με τρεμάμενες κινήσεις ξεκρεμά απ’ τον λαιμό του τη φθαρμένη, πέτσινη θήκη. Βγάζει το σχεδίασμα με τα πρόσωπα της αγαπημένης του γυναίκας και του μονάκριβου παιδιού του που είχε φιλοτεχνήσει με κάρβουνο ο φιλέλληνας Κέλνερ την περασμένη άνοιξη στο Μεσολόγγι, στο σπίτι του γερο-Καψάλη, λίγο πριν απ’ την έξοδο και τον χαλασμό.
«Ταίρι μου… βλαστάρι μου…» ψελλίζει με τα χείλη του να τρέμουν ανεξέλεγκτα καθώς κοιτά και φιλά τις δυο ξέθωρες μορφές απάνου στο κιτρινισμένο χαρτί. «Ποτέ δε θα σταματήσω να πιστεύω πως θ’ ανταμωθούμε πάλι… Ποτέ…»
Η πρωινή ομίχλη τον τυλίγει μόλις δρασκελίζει το πορτόνι του παλιού πανδοχείου. Ίσια τραβάει, στο ακρωτήρι της Αγίας Τερέζας, στο λοιμοκαθαρτήριο της πόλης και στο μικρό λιμανάκι της καραντίνας. Σ’ αυτό το λιμανάκι εναποθέτει κάθε πρωί τις περισσότερες ελπίδες του.