Η ΤΟΥΒΑ ΧΤΥΠΑΕΙ ΝΕΥΡΙΚΑ τα δάχτυλά της στον πάγκο. Είναι ακόμη στη δουλειά. Στο καφέ στη Χορνστούλ, κι ας έπρεπε να έχει φύγει εδώ και ώρα. Ένας πελάτης που μόλις στρογγυλοκάθισε στη γωνία την κοιτάζει ενοχλημένος κι εκείνη ανταποδίδει με δολοφονικό βλέμμα. Τον κοιτάζει καλά για να μην τον ξεχάσει ποτέ και σκέφτεται ότι την επόμενη φορά δεν πρόκειται να του σχεδιάσει καρδιά στον καπουτσίνο. Μάλλον θα του φτιάξει ένα τεντωμένο μεσαίο δάχτυλο. Εκνευρίζεται όταν αργεί. Και τώρα έχει αργήσει, στ’ αλήθεια όμως. Βάζει ασυναίσθητα τα ξανθά μαλλιά της πίσω από τα αυτιά. Έπρεπε να είχε πάρει τον Λίνους από τον παιδικό σταθμό πριν από μισή ώρα. Έχει ανοσία στις ξινισμένες φάτσες των δασκάλων του παιδικού σταθμού, τις έχει δει τόσο πολλές φορές, που πλέον δεν της προξενούν κάποιο συναίσθημα. Όμως ο τρίχρονος γιος της θα στεναχωρηθεί. Και η Τούβα δεν είναι από τους ανθρώπους που κάνουν τα παιδιά δυστυχισμένα. Ειδικά τον Λίνους. Ούτε ξέρει πόσες φορές έχει πει ότι θα πέθαινε για χάρη του. Όμως στην πραγματικότητα δεν είναι όλα τόσο εύκολα. Ένας Θεός ξέρει πόσο προσπαθεί. Προσπαθεί πολύ. Βγάζει την ποδιά της, ανοίγει την πόρτα της αποθήκης και την πετάει στο ξεχειλισμένο καλάθι με τα άπλυτα. Δεν μπορεί να φύγει πριν έρθει ο υπεύθυνος της επόμενης βάρδιας. Μα πού στον διάολο είναι αυτός;
Ο Μάρτιν, ο πατέρας του Λίνους, εξαφανίστηκε τη μέρα που γεννήθηκε ο γιος του. Η Τούβα δεν τον κατηγόρησε γι’ αυτό, μιας και η ίδια κάλεσε ασθενοφόρο να τη μεταφέρει επειγόντως στο νοσοκομείο δυο βδομάδες νωρίτερα από την προγραμματισμένη ημερομηνία του τοκετού. Βέβαια της φάνηκε περίεργο που ο Μάρτιν δεν την επισκέφτηκε αφότου γέννησε, τις μέρες που έμεινε στο νοσοκομείο. Ο τοκετός είχε επιπλοκές. Την πότισαν με τόσα φάρμακα, που δεν τα θυμάται όλα, θυμάται λίγο τους γιατρούς που φρόντιζαν αυτή και το παιδί και της έλεγαν ότι όλα θα πάνε μια χαρά. Αυτό της έγραφε και ο Μάρτιν στα σύντομα μηνύματα που της έστελνε στο κινητό κατά την παραμονή της στο νοσοκομείο. Θα ερχόταν να τη δει, έτσι έγραφε, πρώτα όμως έπρεπε να φτιάξει κάποια πράγματα. Οι μέρες του νοσοκομείου ήταν θολές, όμως θυμάται με τρομερή διαύγεια το άδειο διαμέρισμα που την περίμενε όταν γύρισε σπίτι με τον Λίνους. Όσο εκείνη κοιλοπονούσε και έδινε ζωή στο παιδί τους, ο Μάρτιν είχε μαζέψει τα πράγματά του από το διαμέρισμα και είχε εξαφανιστεί.