Το αγόρι συνήθισε τη ζωή στο πλοίο με την ίδια ευκολία που συνήθιζε τα πάντα. Έμαθε να δένει κόμπους και να μαντάρει πανιά, ενώ, όταν οι πληγές του επουλώθηκαν, δούλευε στα σκοινιά μαζί με το πλήρωμα. Εγκατέλειψε τα παπούτσια του και σκαρφάλωνε ξυπόλυτος και άφοβα στα κατάρτια. Οι ναύτες θαύμαζαν τον τρόπο με τον οποίο εντόπιζε δελφίνια, κοπάδια από σαλάχια, τιγρόψαρα με χρωματιστές ρίγες, τον τρόπο με τον οποίο διαισθανόταν το σημείο όπου θα αναδυόταν μια φάλαινα λίγο προτού η πλατιά, τραχιά της ράχη εμφανιστεί μέσα από τα κύματα. Ισχυρίζονταν ότι θα ήταν πλούσιοι, αν είχαν λίγη από την τύχη του. Το κορίτσι τούς άγχωνε. Τρεις μέρες αφότου είχαν ξεκινήσει το ταξίδι τους, ο καπετάνιος τής ζήτησε να παραμένει κάτω από το κατάστρωμα όσο το δυνατόν περισσότερο. Κατηγόρησε τη δεισιδαιμονία του πληρώματος, ισχυρίστηκε ότι πίστευαν πως μια γυναίκα στο πλοίο θα έφερνε κακούς ανέμους. Αυτό ήταν αλήθεια, αλλά ίσως οι ναύτες να ήταν πιο δεκτικοί απέναντι σε ένα γελαστό, χαρούμενο κορίτσι, ένα κορίτσι που έλεγε αστεία ή που δοκίμαζε να παίξει φλογέρα.
Αυτό το κορίτσι στεκόταν σιωπηλό και ακίνητο δίπλα στην κουπαστή, σφίγγοντας το κασκόλ που φορούσε γύρω από τον λαιμό της, παγωμένη σαν μια φιγούρα σκαλισμένη από λευκό ξύλο. Αυτό το κορίτσι ούρλιαζε στον ύπνο της και ξυπνούσε τους άντρες που ήταν έτοιμοι να αποκοιμηθούν στην πλατφόρμα του καταρτιού. Έτσι, το κορίτσι περνούσε τις μέρες του στοιχειώνοντας τα σκοτεινά σπλάχνα του πλοίου. Μετρούσε βαρέλια μελάσας, μελετούσε τα διαγράμματα του καπετάνιου. Τη νύχτα γλιστρούσε στο καταφύγιο της αγκαλιάς του αγοριού, καθώς στέκονταν μαζί πάνω στο κατάστρωμα, ξεχωρίζοντας αστερισμούς μέσα από τα αμέτρητα αστέρια: τον Κυνηγό, τον Λόγιο, τους Τρεις Ανόητους Γιους, τις λαμπερές ακτίνες του Περιστρεφόμενου Τροχού, το Νότιο Παλάτι με τους έξι στραβούς πυργίσκους του. Τον κρατούσε εκεί όσο περισσότερο μπορούσε, λέγοντας ιστορίες, κάνοντας ερωτήσεις. Επειδή ήξερε ότι, όταν θα κοιμόταν, θα ονειρευόταν.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!