Η Αθήνα μετά την κλασική περίοδο είναι ελάχιστα γνωστή ακόμη και στους Έλληνες. Ο Μέγας Αλέξανδρος την επισκέφθηκε μία φορά σε νεαρή ηλικία (ας δεχθούμε ίσως ότι ο έφιππος ανδριάντας του, έργο του γλύπτη Γιάννη Παππά, που στήθηκε στην Αθήνα το 2019 αποτίει φόρο τιμής σε εκείνη την επίσκεψη). Αλλά ελάχιστα έχουν περάσει στην κοινή συνείδηση για την καθημερινότητα της πόλης επί πολλούς αιώνες. Για να είναι κανείς ακριβής, η Αθήνα παραμένει άγνωστη για τον μέσο πολίτη της εποχής μας από την κλασική αρχαιότητα ως τις αρχές του 19ου αιώνα, με εξαίρεση τις κορυφώσεις του οικοδομικού προγράμματος του Αδριανού και των βυζαντινών σπαραγμάτων του 10ου και του 11ου αιώνα. Η πόλη, όμως, ζούσε αδιάλειπτα και ήταν προορισμός για όσο τουλάχιστον παρέμενε σε λειτουργία η Φιλοσοφική Σχολή ως τον 6ο αιώνα. Και ήταν μια πόλη με διαρκή κατοίκηση που νομοτελειακά ακολούθησε κύκλους ακμής και παρακμής, χωρίς όμως ποτέ να πάψει να είναι ένας τόπος προσκυνήματος.
Αυτή η ιερή διάσταση των Αθηνών, αναζωπυρωμένη στους νεότερους χρόνους από τους Ευρωπαίους περιηγητές, μέσα στο ευρύτερο κάδρο του Ρομαντισμού και του Κλασικισμού και της έλξης που ασκούσαν τα ερείπια, διατρέχει την ιδέα της πόλης από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας. Είναι εντυπωσιακό να αναλογιστεί κανείς ότι όλες οι ερμηνείες και οι προσεγγίσεις της Αθήνας εκκινούν και συγκλίνουν πάνω σε όψεις του ιερού και πηγάζουν από εκδοχές του άυλου πολιτισμού. Το νέο ελληνικό κράτος οργανώνει γύρω από την ιδέα της Αθήνας ως πρωτεύουσας έναν εθνικό ιδρυτικό μύθο.
Αλλά η Αθήνα παραμένει άγνωστη. Ακούγεται ίσως παράδοξο, αλλά αποτελεί αντικειμενική συνθήκη η δική μας αδυναμία να ανασυστήσουμε, στη φαντασία μας έστω, το παρελθόν της Αθήνας σε μια μακρά και σκοτεινή σήραγγα αιώνων. Με δυσκολία φανταζόμαστε την αθηναϊκή καθημερινότητα το 205 π.Χ., το 2 μ.Χ., το 234, το 401, το 600, το 1311, το 1688. Αυτή η παράδοση της Αθήνας στο σκότος, στη μαύρη τρύπα της μνήμης, υπήρξε επιλογή ούτως ώστε να γεφυρωθεί με έντονο συμβολισμό η κλασική αρχαιότητα με τον νεωτερικό 19ο αιώνα.