Δύο κοπέλες ανέβαιναν μια στενή σκάλα, κατευθυνόμενες προς τον ήχο γέλιων και μουσικής. Η Φλόρενς Ντάροου προπορευόταν, σέρνοντας το χέρι στον αιματόχρωμο τοίχο. «Έχει κάτι το διαστροφικό το ότι οργανώνουν εκδοτικά πάρτι εδώ πέρα», είπε. Κι οι δύο γυναίκες εργάζονταν ως βοηθοί επιμελητή στον εκδοτικό οίκο Forrester, κι απόψε ήταν το εορταστικό πάρτι του γραφείου, που γινόταν κάθε χρόνο στον δεύτερο όροφο ενός σκοτεινού μπαρ ονόματι «The Library», όπου η θεματική του διάκοσμου ήταν το λογοτεχνικό κιτς. «Είναι σαν να οργανώνεις πάρτι των Ηνωμένων Εθνών στην Ντίσνεϊλαντ». «Εντελώς», συμφώνησε η Λούσι Γκαντ σιγανά. Το φουστάνι της, με την αναρρίχηση, είχε σκαρφαλώσει στο καλσόν της, και τώρα είχε μαζευτεί γύρω απ’ τα μπούτια της. Έφτασαν στην κορυφή της σκάλας και μπήκαν για να επιθεωρήσουν το όλο σκηνικό. Το πάρτι είχε αρχίσει μόλις πριν από μισή ώρα, μα ήδη μια οχληρή βουή υψωνόταν απ’ το πλήθος, και κρεμόταν πάνωθέ τους σαν αιθαλομίχλη.
Κοντά εκατό άτομα –ορισμένοι συνεργάτες τους, και πολλοί άγνωστοι– ήταν μαζεμένα σε συνωστισμένα πηγαδάκια. Η Φλόρενς δεν ήθελε να φτάσουν πολύ νωρίς, μα το μετάνιωσε που δεν είχαν φτάσει εγκαίρως, ώστε να εξασφαλίσουν μια γωνία για τις δυο τους. Οι κοπέλες σάρωσαν με το βλέμμα την αίθουσα, αναζητώντας γνώριμα και προσηνή πρόσωπα. Δε βρήκαν ούτε ένα. «Να πιούμε κάτι πρώτα;» πρότεινε η Φλόρενς. Η Λούσι έγνεψε καταφατικά. Οι δυο τους είχαν πιάσει δουλειά στον Forrester την ίδια περίοδο, πριν από σχεδόν δύο χρόνια, κι η Λούσι είχε μεμιάς χαρίσει στη Φλόρενς την αδιαπραγμάτευτη αφοσίωσή της. Στη θεωρία, η Λούσι ήταν ακριβώς το είδος της φίλης που η Φλόρενς ήλπιζε να αποκτήσει στη Νέα Υόρκη.